Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Ελευθερία και λοιπά δαιμόνια


Δεν έχει νόημα να κυνηγάς τ' άπιαστο
η αγάπη είναι δώρο
και σα δώρο πρέπει να δίνεται δωρεάν,
γιατί σαν το πληρώσεις δε λογίζεται πια δώρο,
μα εμπορική συναλλαγή..
Κι αν με ρωτήσει κανείς θα πω,
πως τυχεροί είναι εκείνοι
που ξυπνούν μετά απο χρόνια δίπλα στο ίδιο οικείο σώμα
χωρίς να βαρυγκομούν για 'κεινα που έδωσαν
μα κυρίως χωρίς να χρειάζεται να ζυγιάσουν εκείνα που πήραν
αναγνωρίζοντας πως καθετί που πεθαίνει
γίνεται τροφή για να γεννηθεί κάτι άλλο..
Εμείς οι υπόλοιποι,
μέλλει να μείνουμε κυνηγοί της ελευθερίας,
συλλέκτες στιγμών,
κι αιώνιοι οπαδοί του ανικανοποίητου,
που στερημένοι απ' την ικανότητα
ν' αναγνωρίζουμε την αξία της προσφοράς,
θα περιφρονούμε κομπάζοντας εκείνο το τσαμπί με τα σταφύλια
που ποτέ δεν έφτασε το μπόι μας για να τα γευτούμε..

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Διαδρομές..


Μου αρέσουν οι νύχτες στην πόλη,
τότε που τα φώτα μοιάζουν με πυγολαμπίδες..
Αυτοκίνητα ανεβοκατεβαίνουν την εθνική..
Τελικά η ζωή στη άσφαλτο δε σταματάει ποτέ..
Παράθυρα κλειστά και ψιλόβροχο,
το μυαλό μου ταξιδεύει μαζί σου
κι οι αισθήσεις μου σε ζητάνε..
Δεν υπαρχει κάτι να παραστήσει την απουσία του έρωτα
αν υπήρχε, θα ήταν ένα κενό
από 'κεινα που φτιάχνουν οι επιστήμονες σε οθόνες υπολογιστών..
..όσο περισσότερα μαθαίνω τόσο πιο λίγα ξέρω..
Ο κόσμος μου γυρνάει γύρω απ' τις ίδιες σκέψεις,
ονειροβατώ κάθε που σε θυμαμαι,
ταξιδεύω κάθε που σε μυρίζω,
και συνήθως καταλήγω
και να μην προλαβαίνω τον άπιαστο το χρόνο..

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Η Σούλα η μελιτσούλα..


Σα να λέμε:
..τι μπορεί να κάνει ένα λάθος
"τ"


Η Σούλα η μελιτσούλα ήταν μια συνηθισμένη μελισσούλα με κανονικές κίτρινες και μαύρες γραμμούλες κι ένα τροφαντό κωλαράκι που κατέληγε σ' ένα σουβλερό και επικίνδυνο κεντρί.
Βέβαια η μαμά της της είχε πει απ' όταν πολύ μικρή πως αν το χρησιμοποιούσε θα έχανε και τη ζωή της κι έτσι η Σούλα αποφάσισε πως καλό ήταν το κεντρί, αλλά αυτή δε θα το χρησιμοποιούσε ποτέ μια και της άρεσε πολύ η ζωή.
Βέβαια η Σούλα δεν ήταν καμιά βασίλισσα μέλισσα ήταν μια απλή εργάτρια που έπρεπε όλη μέρα να δουλεύει σκληρά και να εναποθέτει τον κόπο της στην κυψέλη για να τον απολαμβάνουν η βασίλισσα και οι γκόμενοι της οι κηφήνες.
Στην αρχή δεν την πείραζε αφού της είχαν πει πως αυτός ήταν ο προορισμός της σ' αυτόν τον κόσμο, όμως όσο ο καιρός περνούσε και τα βράδια ξάπλωνε κουρασμένη στο κρεβατάκι της να κοιμηθεί αναρωτιόταν γιατί αυτή δεν μπορούσε να περνάει όπως η βασίλισσα μέλισσα. Γιατί κι αυτή δεν μπορούσε να γλεντοκοπάει κάθε βράδυ και ν' αλλάζει τους γκόμενους σαν τα πουκάμισα.
"Δεν υπάρχει γιατί απλά δεν έχεις γεννηθεί βασίλισσα, δεν είσαι τόσο όμορφη όσο η βασίλισσα, δεν είσαι τόσο αεράτη όσο η βασίλισσα μα κυρίως δεν έχεις όσα έχει η βασίλισσα" της είπε μια μέρα η μητέρα της απαντώντας στις ερωτήσεις της σχετικά με το θέμα.
Την επόμενη στιγμή η Σούλα κοιταζόταν στον καθρέπτη προσπαθώντας να δει τι της λείπει,μια χαρά κορίτσι ήταν και την ωραία της μεσούλα είχε και ωραία βυζάκια και μια χαρά στητό κωλαράκι, τίποτα δεν της έλειπε εκτός απ' το γεγονός ότι δεν είχε γεννηθεί βασίλισσα και ότι δεν ήταν τόσο περιποιημένη όσο η βασίλισσα.
Εκείνη τη στιγμή της ήρθε μια ιδέα, από την επόμενη μέρα δε θα δούλευε τόσο σκληρά θα δούλευε λιγότερο και θα αφιέρωνε περισσότερο χρόνο στον εαυτό της.
Έτσι ενδιάμεσα στο ωράριο ξέκλεψε λίγο χρόνο και πήγε κομμωτήριο και έφτιαξε το μαλλί της και αγόρασε μερικά πιο όμορφα ρουχαλάκια. Επίσης φρόντισε να φυλάξει λίγο νέκταρ απ' αυτό που μάζεψε. Έτσι σιγά σιγά η Σούλα δούλευε λιγότερο, ασχολιόταν περισσότερο με τον εαυτό της και φρόντιζε να φυλάει λίγο νέκταρ απ' τους κόπους της κάθε μέρα. Η επιστάτρια βέβαια της κυψέλης δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη μαζί της και της έλεγε πως αν συνεχίσει έτσι γρήγορα θα τη διώξουν και θα ψάχνει μέρος να μείνει.
Κι όσο ο καιρός περνούσε τόσο πιο όμορφη γινόταν η Σούλα και τόσο πιο πολύ νέκταρ μάζευε και τόσο πιο πολύ θύμωνε μαζί της η επιστάτρια.
'Ώσπου μια μέρα η επιστάτρια της έδειξε το δρόμο της εξόδου απ' την κυψέλη. Η Σούλα αντί να λυπηθεί που άφηνε την κυψέλη ένιωσε ξαλαφρωμένη και κατευθύνθηκε να γνωρίσει τον κόσμο χωρίς να έχει πλέον κανένα ανάγκη.
Ένιωθε πως η ζωή της άρχιζε από την αρχή ήταν σα να ξαναγεννιόταν από δω και πέρα θα μάζευε μόνο όσο νέκταρ χρειαζόταν η ίδια και ο υπόλοιπος χρόνος θα ήταν δικός της για να απολαμβάνει τη ζωή.
Έτσι ξεκίνησαν όλα στην αρχή απλά απολάμβανε τους χυμούς των λουλουδιών χωρίς να έχει να δώσει λογαριασμό σε κανένα έκανε παρέα με όποιο έντομο της ερχόταν και γενικά έκανε ότι της κάπνιζε.
Οι άλλες μέλισσες της κυψέλης τη συναντούσαν στην εξοχή και συχνά την κακολογούσαν που έκανε ότι ήθελε που γύριζε με τον ένα και τον άλλο μα κυρίως που αρνήθηκε τη μοίρα της.
Στο βάθος ζήλευαν που δεν μπορούσαν κι αυτές να κάνουν το ίδιο, πες από φόβο πες από αποδοχή του πεπρωμένου τους, και της γύριζαν την πλάτη. Η αλήθεια είναι πως αυτό στοίχισε πολύ στη Σούλα ειδικά όταν μια μέρα είδε πως κάποιος είχε κάνει το όνομα της στο κουδούνι του σπιτιού της από "Σούλα η Μελισσούλα" σε "Σούλα η Μελιτσούλα".
Στην αρχή πειράχτηκε και σκέφτηκε να ξαναλλάξει το όνομα στο κουδούνι και να το ξαναγράψει όπως πριν όμως μετά που το ξανασκέφτηκε ένιωσε μια ικανοποίηση που την επόμενη μέρα το πρωί δε θα σηκωνόταν απ' το χάραμα να μαζεύει νέκταρ και δε θα ζούσε μέχρι να πεθάνει τη ζωή των ομοίων της.
Χαμογέλασε πονηρά έβαλε τα πιο όμορφα ρούχα της και κατευθύνθηκε σ' έναν επιγραφοποιό "Θα ήθελα να μου φτιάξετε μια επιγραφή με μεγάλα λαμπερά γράμματα
που να λέει πάνω 'Σούλα η Μελιτσούλα'"..

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Άνοιξη..


Σα να λέμε..
ΕΡΩΤΑΣ

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Παρακαταθήκες..


Η φωτό είναι της μικρής μου φίλης της Λυδίας


Είχε γράψει για τον έρωτα σε κίτρινες περγαμηνές
παρακαταθήκες στον εαυτό της να μην ξεχάσει..
Κάθε που έγραφε μια γραμμή έφτιαχνε μια ανάμνηση
με την ελπίδα σαν την προδώσει ο νους να έχει να θυμάται
πως έμαθε να επιπλέει στον κόσμο των συναισθημάτων..
Όσο πιο λίγο πίστευε τόσο πιο σημαντικές γίνονταν οι λέξεις,
σκαλίσματα στο δέρμα του μυαλού
καρτ-ποστάλ τόπων που επισκέφτηκε και
κάποτε θα νοσταλγούσε..
Συχνά αναρωτιόταν με ποιά μονάδα μετριέται
η αγωνία της συνάντησης,
σε πόσα καρδιοχτύπια ο χρόνος μέχρι την επόμενη αγκαλιά,
σε πόσες σελίδες γράφεται μια ιστορία αγάπης..
Κι άλλοτε πάλι πόσο κρατάει ο πόνος του έρωτα
και πόσο του αποχωρισμού η πληγή..
Σε ποια γλώσσα μιλάς στην ψυχή του άλλου
και ποιο άγγιγμα σε ξεχωρίζει από τα άλλα χέρια..
Κι έμεινε εκεί να γράφει,
μέχρι να ξαναβρεί κουράγιο να ξαναζήσει..

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

"Ακόμα και οι καουμπόισες μελαγχολούν.."



Ο τίτλος είναι δανεισμένος από ομώνυμο βιβλίο του Τ.Ρόμπινς που τελικά δεν κατάφερα να διαβάσω ποτέ ως το τέλος..



Οι τελευταίες μέρες κυλούσαν αργά και βασανιστικά για τη Καλάμιτι-Τζόρτζια (το όνομα της το είχαν δώσει καθώς όταν γεννήθηκε είχε γίνει μια μεγάλη καταστροφή στην πολιτεία της Τζόρτζια). Είχε μείνει να περιμένει τον Λάκι-Σάκι πολλές μέρες να γυρίσει από μια από τις συνηθισμένες του επιδρομές για χρυσάφι άλογα και περιπέτεια. Η αλήθεια είναι πως βαριόταν θανάσιμα μα κυρίως τον αναζητούσε και θα ήθελε πολύ να είχε πάει μαζί του όπως γινόταν συνήθως, όμως ο Λάκι-Σάκι ήταν ανένδοτος. "Αυτή τη φορά θέλω να είμαι μόνος μου, είναι για μένα σημαντικό!" της είχε πει αυστηρά. Η Καλάμιτι-Τζόρτζια το πήρε βαριά γιατί έτσι κι αλλιώς τον τελευταίο καιρό την είχε στο κλάσιμο και κάθε φορά που προέκυπτε καμιά καλή ληστεία σε τρένο όλο και κάποια δικαιολογία της έβρισκε για να μην πάει μαζί του.
Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες η Καλάμιτι-Τζόρτια θα τον είχε γράψει στο καλοξυρισμένο αιδείο της και θα είχε καβαλήσει το άλογο της για την επόμενη πόλη όμως αντί αυτού κατευθύνθηκε στο πιο κοντινό σαλούν κι έγινε λιώμα στις μπύρες.
Έτσι καθώς τα έπινε με τον Μπάρτεντερ που την ήξερε από παλιά, αναρωτιόταν που είχαν πάει εκείνες οι καλές μέρες που τη σεβόταν όλη η άγρια Δύση και τα περίχωρα.
Η Καλάμιτι-Τζότζια είχε για χρόνια δική της συμμορία και η αλήθεια είναι πως ο επαγγελματικός ανταγωνισμός την έφερε κοντά με το Λάκι-Σάκι που ήταν ένας εξίσου αξιοσέβαστος καουμπόι. Τα κατορθώματα της ήταν γνωστά απ' άκρη σ' άκρη στα σαλούν της Δύσης κι όποτε ξαπόσταινε σε κανένα απ' αυτά οι θαμώνες σιγοψυθίριζαν ο ένας στον άλλο το όνομα της κι όλο και κάποια ιστορία είχαν να διηγηθούν ο ένας στον άλλο. Οι ιστορίες μπορεί να μην ήταν παντα αληθινές, καθώς η αλήθεια αλλάζει από στόμα σε στόμα, αλλά όπως και να 'χει κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της.
Έδω αρκετό καιρό όμως η ζωή της είχε αλλάξει ριζικά, δεν ήταν πια το σκληρό θηλυκό της άγριας Δύσης. Για την ακρίβεια κανένας δε θυμόταν τα κατορθώματα της και τις επιδόσεις της στο λάσο, τις επιδρομές της για χρυσάφι και την ακρίβεια της στο σημάδι.
Η Καλάμιτι-Τζόρτζια ήταν πια ένας μύθος, γιατί τον πρώτο καιρό μεν όλοι μιλούσαν για το αχτύπητο δίδυμο Καλάμιτι Λάκι όμως όσο ο καιρός περνούσε η Καλάμιτι-Τζόρτζια έχανε το ενδιαφέρον της για την περιπέτεια και μεγάλωνε το ενδιαφέρον της για το Λάκι-Σάκι. Κοινώς η Καλάμιτι-Τζόρτζια ήταν καψούρα και δεν την πείραζε καθόλου γιατί με το Σάκι-Λάκι είχε ότι και πριν συν το συναίσθημα κάτι που είχε παραγκωνίσει τα σκληρά χρόνια της επιβίωσης στην Άγρια Δύση.
Και για να μη μακρυγορώ η Καλάμιτι-Τζόρτζια από σκληρό θηλυκό έγινε ένα κομμάτι μάλαμα, άρχισε να φοβάται μην πάθει ο Λάκι-Σάκι τίποτα σε καμιά ληστεία και να θέλει αγκαλίτσες και φιλάκια αντί για κόντρες στο σημάδι. Έγινε δλδ αυτό που πάντα σιχαινόταν, μια κανονική γυναίκα. Δεν ήταν ο Λάκι-Σάκι που την είχε αλλάξει αλλά ο έρωτας. Ο φόβος της απώλειας, η ανάγκη της μυρωδιάς του Λάκι-Σάκι,η επιθυμίας της να καβαλάει μόνο αυτόν κι όχι το άλογο της.
Ο Μπαρτέντερ την κοιτούσε ώρα πολλή σαν να προσπαθούσε διακριτικά να μαντέψει τις σκέψεις της. "Τι σου συμβαίνει Καλάμιτι-Τζόρτζια;" είπε
Η Καλάμιτι-Τζόρτζια σήκωσε τα μελαγχολικά μάτια της απ' το ποτήρι της μπύρας, τον κοίταξε με νόημα και του είπε σε άπταιστα αγγλικά "Even Cowgirls get the Blues!!".
Άφησε τα χρήματα πάνω στον πάγκο και εξαφανίστηκε. Κανείς δεν έχει μάθει μέχρι σήμερα που πήγε, κι ο Λάκι-Σάκι δεν έψαξε ποτέ να τη βρει, γιατί πλέον την έβρισκε θανάσιμα βαρετή. Κάποιοι είπαν ότι έγινε καλόγρια κι έφυγε με μια ιεραποστολή και κάποιοι άλλοι ότι έγινε πουτάνα στο πιο μεγάλο σαλούν του Γουοσινγκτον Ντι Σι...



Στη φωτό είναι το καπέλο της Αλήτισσας που είπε φέτος να ντυθεί Καουμπόισα!!

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Αντικατοπτρισμοί..


Μετέωρη, βράχος στη άκρη του γκρεμού στέκομαι..
Κουρασμένη να μοχθώ για την καθημερινότητα..
Άδεια, σαν μπαλόνι που δεν μπορεί να πετάξει πια ψηλά..
Ανισόρροπη, απ' την αβεβαιότητα..
Ξένη, από τον ίδιο μου τον εαυτό..
Ψάχνω, την άκρη ενός νήματος που θα με οδηγήσει στη γαλήνη..
Ταλαντεύομαι κουρασμένη ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει..
Μέρες ίδιες, νύχτες κενές..
Έμαθα να περιοδεύω το κενό με οικείοτητα..
Δε νιώθω χαρά, μια λύπη με κρατάει δέσμια..
Συγχώρεσε με εαυτέ μου που κάθε φορά σε προδίδω με τη ματαιδοξία μου,
έλα ν' αγκαλιαστούμε επιτέλους, ν' αγαπηθούμε
να με συγχωρέσεις που έχω ανάγκη να πιστεύω
να με χαιδέψεις όπου πονάω..
Μόνο εσένα έχω..

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Πρόκληση..



Στην πραγματικότητα δε θυμόταν και πολλά απ' την προηγούμενη της ζωή,
κάθε φορά που ξαναγεννιόταν,
η μνήμη της αποθήκευε τις εμπειρίες του παρελθόντος
σα σήματα κινδύνου στο λογισμικό του μυαλού της
και τις χρησιμοποιούσε μονάχα προειδοποιητικά ανάλογα με τις ανάγκες..
Αν ένα σήμα κινδύνου μπορεί να λογιστεί ως παράγοντας ωριμότητας,
θα μπορούσε κανείς να πει,
πως η μετάβαση της απ' τη μια ζωή στην επόμενη την είχε ωφελήσει με κάποιο τρόπο..
Κανείς δεν ξέρει ποιός αδιευκρίνιστος ψυχισμός
την οδηγούσε να μεταλλάσεται κάθε φορά σε κάτι διαφορετικό..
Τη ξαναείδα με αυστηρό ταγέρ και χαμηλά παπούτσια..
Μέσα απ' το σακάκι φορούσε άσπρο πουκάμισο και γυαλιά δασκαλίστικα..
Είχε τα μαλλιά πιασμένα για να συμπληρώνουν την αρτηριοσκληρωτική εικόνα της γκόμενας που δε γουστάρει πολλά πολλά στο κρεβάτι..
Έμεινα να στέκομαι να την κοιτάζω
με τη σιγουριά του ανθρώπου που ξέρει τι ακριβώς
έκρυβε κάτω απ' το απρόσιτο ταγεράκι..
Δεν πρέπει να με γνώρισε
όμως όταν τα βλέματα μας συναντήθηκαν,
είδα τη λαγνεία που τόσο πολύ ήθελε να κρύψει..
Ποτέ δε θα μάθω αν ήταν κάτι που έβλεπα μόνάχα εγώ
ή μπορούσαν να το δουν όλοι οι περαστικοί
που έτυχε να συναντήσουν το βλέμμα τους μαζί της..
Απομακρύνθηκε κουνώντας προκλητικά τον κώλο της
για όση ώρα μπορούσα να τη δω..
Θύμωσα με τον εαυτό μου,
που ήμουνα η αιτία των χαμηλών παπουτσιών και των αυστηρών γυαλιών..
Τη θυμήθηκα με γόβες στιλέτο και διάφανα εσώρουχα
κι αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα ποτέ
να την απαλλάξω απ' το βάρος της ίδιας μου της απόρριψης..

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Εξομολόγηση..


Η αλήθεια είναι πως τον τελευταίο καιρό ούτε χρόνο έχω για Blogging αλλά ούτε και έμπνευση. Συχνά όταν πλησιάζει ένας κίνδυνος τον διαισθάνομαι μ' ένα παράξενο τρόπο, σαν να επικεντρώνεται το μυαλό μου σε μια παράξενη διεργασία ηρεμίας σα να προετοιμάζονται οι αισθήσεις μου για να τον αντιμετωπίσουν. Παράξενο πράγμα η διαίσθηση ή μήπως δεν είναι τελικά διαίσθηση και είναι το αυταπόδεικτο που απλά το είναι μου, αρνείτε να το δει;
Ο καθένας μας φτιάχνει τον κόσμο του κατά πως τον βολεύει, με γνώμονα την ανάγκη, τα θέλω και την πίστη του στους ανθρώπους και κατ' επέκταση στον ίδιο του τον εαυτό.
Είναι φορές που κρυώνουμε κάτω απ' τη μάλλινη μας κουβέρτα κι εκτιμάμε την ανάγκη βάσει της έλλειψης κι άλλοτε απαλλαγμένοι απ' την έλλειψη μακαρίζουμε την απώλεια.
Παράξενα πλάσματα είμαστε.

Σας φιλώ όλους καληνύχτα..

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Σταγόνες ψυχής..


Είναι εκείνες οι φορές που ο εαυτός μας περιορίζεται σε μια μικρή κουκίδα,
μια τελεία χωρίς πρόταση, ένα σημείο στίξης χωρίς κανένα μέρος του λόγου να αναφερθεί..
Αναρωτιέμαι αν είναι που μεγαλώνω και τα όρια μου στενεύουν σε ένα κλοιό αυτάρκειας που αγγίζει τα όρια της απομόνωσης ή απλός ρατσισμός σε καθετί έξω απ' την εμβέλεια μου..
Ότι κι αν είναι δε μου αρέσει, γιατί μου μοιάζει με την αγριότητα του ανθρώπου που μεγαλώνει στα βουνά κι ο κόσμος τον τρομάζει ή το φόβο ενός ανθρώπου της πόλης στη θέα μιας απόκρημνης χαράδρας..
Είναι και που έχτισα τα θεμέλια της ζωής μου στην άμμο κι έχω βαρεθεί να ξαναφτιάχνω κάστρα σε κάθε φουσκοθαλασσιά..
Είναι που η μοιρασιά του εαυτού μου πάντα κάποιον αδικεί και πρώτα εμένα..
Είναι που η κάθε μέρα είναι ξεκίνημα απ' το μηδέν κι εγώ νιώθω πλέον τόσο κουρασμένη να προσπαθώ να φτάσω μέχρι το επόμενο πρωινό..
Μπορεί να φταίνε και τα ίδια τα αποσιωποιητικά που βάζω σε κάθε πρόταση και πίσω από κάθε σκέψη να κρύβονται χιλιάδες ανείπωτοι φόβοι..
Κι ας μη φοβάμαι κατά πως συνηθίζουν να μου λένε κι ας ξυπνάω κάθε πρωί ετοιμοπόλεμη..
Κανείς δεν ξέρει πως οι ψυχές μας βιώνουν την απομάκρυνση από τον κόσμο..
Γιατί και το υγρό που εξατμίζεται γίνεται ορατό μόνο δια της απουσίας του..

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Ο καλός λύκος και η άταχτη κοκκινοσκουφίτσα..


Ή αλλιώς πως ο κακός λύκος έγινε καλός..

Μια φορά κι έναν καιρό στο γνωστό δάσος των παραμυθιών ζούσε ένας πολύ Κακός Λύκος, για την ακρίβεια ήταν ένας από τους πιό κακούς λύκους όλων των παραμυθιών, ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων των καλών κοριτσιών που είχαν γιαγιάδες στο δάσος και ο κρυφός πόθος όλων των άταχτων κοριτσιών που χρησιμοποιούσαν τη γιαγιά σαν πρόφαση με την κρυφή ελπίδα να τον συναντήσουν. Ο κακός ο λύκος αδιαφορούσε παντελώς για τα καλά κορίτσια καθώς των νευρίαζαν τα κλάματα τους την ώρα που τους ορμούσε κι επίσης βαριόταν να τις κυνηγά. Ο Κακός ο Λύκος ενδιαφερόταν μονάχα για τα κακά κορίτσια και μετά από τόσα χρόνια στο δάσος είχε μάθει να τα ξεχωρίζει. Κρυβόταν πίσω από τα δέντρα και τις παρακολουθούσε καθώς έσκυβαν να κόψουν λουλουδάκια κι άφηναν τις μικροσκοπικές τους φουστίτσες να σηκωθούν. Ο Λύκος σα γνήσιο λαγωνικό μύριζε τους χυμούς τους και με την καταπληκτική του όραση ξεχώριζε μια γυαλάδα εκεί ανάμεσα στη χαραμάδα που άφηνε να φανεί η σηκωμένη τους φουστίτσα. Αυτά τα κορίτσια συνήθως δεν πρόβαλαν καμιά αντίσταση την ώρα που ο κακός ο λύκος εφορμούσε αλλά όταν γύριζαν σπίτι έλεγαν φοβερές και τρομερές ιστορίες στις φίλες τους για το πόσο κακός και βάναυσος ήταν ο λύκος και πόσο πολύ είχαν τρομάξει και πόσο δεν ήθελαν να τον ξαναδούν και πολλά άλλα, όμως συνήθως μάλωναν με τις αδερφές τους για το ποιά θα πάει στη γιαγιά φαγητό και όταν καμιά γιαγιά πέθαινε και οι βόλτες στο δάσος σταματούσαν άρχιζαν να ανακαλύπτουν τη νοστιμιά των μανιταριών.

Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν κακό κορίτσι και δεν την ενδιέφερε καν να το κρύψει, όπως έκαναν συνήθως όλα τα υπόλοιπα άταχτα κορίτσια, είχε ξεπετάξει το γιο του ξυλοκόπου, το γιο του κυνηγού, το δασοφύλακα, έναν φυσιοδίφη, έναν ακτιβιστή της Greenpeace που προσπαθούσε να σώσει ένα σπάνιο είδος του δάσους και μερικούς τύπους που περπατούσαν στο δάσος απλά και μόνο για να περάσουν την ώρα τους. Η μάνα της την ξεμάλλιαζε κάθε που μάθαινε τα καμώματα της και συνήθιζε να της λέει πως δεν θα την παντρευόταν κανένας και θα 'μενε στο ράφι. Την Κοκκινοσκουφίτσα καθόλου δεν την ενδιέφερε ο γάμος γιατί βαριόταν να κάνει δουλειές στο σπίτι και καθόλου δεν της άρεσε η ιδέα να κοιμάται σ' όλη της τη ζωή με τον ίδιο άντρα.
Έτσι τριγύριζε στο δάσος άλλοτε μαζεύοντας λουλουδάκια, άλλοτε μανιταράκια κι άλλοτε απλά χασομερώντας μπας και γνωρίσει κι αυτή τον κακό το λύκο για του οποίου τη φήμη είχε ακούσει απ' όλα τα κορίτσια της περιοχής αλλά η ίδια ποτέ δεν είχε τύχει να συναντήσει. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το γεγονός της δημιουργούσε μια ανασφάλεια καθώς είχε αρχίσει να πιστεύει ότι δεν της έδινε απλά σημασία.
Το γεγονός ότι ο λύκος και η κοκκινοσκουφιτσα δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, ήταν καθαρά τυχαίο που τελικά ήταν για καλό του λύκου όπως θα καταλάβετε από τη συνέχεια της ιστορίας.
Μια μέρα όμως, εκεί που ο Λύκος έπινε κάτι μπύρες άκουσε ένα κοριτσίστικο τραγουδάκι και σηκώθηκε να δει αν το "θύμα" ήταν άξιο λόγου. Το θέαμα όμως που αντίκρυσε ήταν πέρα κι απ' την πιο τρελή του φαντασία.
Η Κοκκινοσκουφίτσα φορούσε μια κατακκόκινη κοντή φουστίτσα κι από κάτω κόκκινες διχτυωτές κάλτσες. Καθώς έσκυβε για να μαζέψει λουλουδάκια μπορούσε να διακρίνει ένα κατακκόκινο στριγκάκι που χώριζε στα δυο ένα σφιχτό και ζουμερό κωλαράκι που αντιστεκόταν σθεναρά στο νόμο του Νεύτωνα. Το υπόλοιπο σώμα της και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κόκκινη κάπα. Θέλοντας να δει καλύτερα ο λύκος τραβήχτηκε λίγο απ' το δέντρο και κατά λάθος πάτησε τα άδεια κουτάκια απ' τις μπύρες που μόλις είχε πιεί.
Ο θόρυβος τράβηξε την προσοχή της Κοκκινοσκουφίτσας που γύρισε απότομα προς το μέρος του. Έτσι λύκος και κοκκινοσκουφίτσα τώρα βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο.Ο λύκος είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα όχι επειδή ήθελε να φάει τη μικρή και άταχτη Κοκκινοσκουφίτσα αλλά επειδή δεν είχε ξαναδεί καμιά να της μοιάζει.
Είχε το πιο όμορφο πρόσωπο που είχε δει ποτέ και το ντεκολτέ της ήταν τόσο προκλητικό που θα ορκιζόταν πως εκείνα τα υπέροχα στήθη που ξεπρόβαλαν απ' το κόκκινο μπλουζάκι της, έμοιαζαν με τορπίλες έτοιμες να εκτοξευτούν προς το μέρος του.
Το πανέμορφο πρόσωπο της, πλαισίωναν πλούσια κατάμαυρα μαλλιά χωρίς ίχνος ψαλίδας, μιας και η κοκκινοσκουφίτα ουδεμιά σχέση είχε με το ντεκαπάζ, που έπεφταν απαλά πάνω στους ώμους της.
Ο Λύκος είχε μείνει άφωνος, για πρώτη φορά στη ζωή του δεν ήθελε να της ορμήσει και να της δείξει ποιός κάνει κουμάντο στο δάσος. Ήθελε μόνο να την κοιτάει, το χειρότερο όμως απ' όλα ήταν πως αντί να να νιώσει το παντελόνι το έτοιμο να σπάσει απ' την πίεση, ένιωθε την καρδιά του έτοιμη να σπάσει και το στόμα του δεν μπορούσε να κλείσει.
Η Κοκκινοσκουφίτσα τον κοιτούσε σχεδόν αυθάδικα, είχε βάλει τα χέρια στους γοφούς και τον ρώτησε αν ήταν ο κακός ο λύκος.
"Ναι!" απάντησε με ξεψυχισμένη φωνή ο Λύκος.
'Ε, καλά και δε θα κάνεις τίποτα; Δε θα μου ορμήσεις; "του απάντησε λικνίζοντας προκλητικά τη μέση της.
Ο λύκος δεν ένιωθε καμία επιθυμία να ορμήσει, ήθελε μόνο να την κοιτάει κι ένιωθε λίγο άβολα γιατί η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως ακουγόταν σ' όλο το δάσος. Τον εκνευρισμό της κοκκινοσκουφίτσας, τον διαδέχτηκε μια έκπληξη δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Πήρε το θάρρος και τον πλησίασε άγγιξε τη μουσούδα του και τα κοφτερά του δόντια όμως ο λύκος αντί να βγάλει καμιά κραυγή απ' αυτές που φοβίζουν όλα τα ζώα του δάσους, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό που έκανε και τον ίδιο να τρομάξει.
Η Κοκκινοσκουφίτσα τύλιξε τα χέρια της γύρω του, κι λύκος ένιωσε πως τα στήθη της θα τρυπούσαν το στέρνο του και παρόλο που είχε τυλιχτεί ολόκληρη σα χταπόδι γύρω του ο ανδρισμός του παρέμενε παντελώς άφωνος σα να περίμενε κάποιο παράγγελμα για να ανταποκριθεί.
Ο λύκος ένιωθε έτοιμος να πάθει κρίση πανικού, αυτά τα πράγματα δεν συνεβαιναν σε κανένα παραμύθι, έπρεπε επειγόντως να ξαναβρεί τον κανονικό του εαυτό. Αντί όμως να σηκώσει τα χέρια του και να χουφτώσει την κοκκινοσκουφίτσα, τη ρώτησε ποιά ήταν η γνώμη της για το νέο δασοφύλακα σε μια προσπάθεια να κερδίσει χρόνο. Η κοκκινοσκουφίτσα που τον είχε "πάρει" επανειλλημένα, του απάντησε πως τον έβρισκε βαρετό καθώς υπέθεσε πως ο λύκος ήξερε για το νταραβέρι της με το δασοφύλακα.
Μετά τη ρώτησε τί φαγητό πήγαινε στη γιαγια της και όταν την είδε να χάνει την ψυχραιμία της και να γυρίζει να φύγει, της είπε πως είχε μια βαρυστομαχιά απ' τις μπύρες και πως θα χαιρόταν να της κάνει το τραπέζι το επόμενο βράδυ.
Η Κοκκινοσκουφίτσα του φώναξε, καθώς απομακρυνόταν, πως η μαμά της δεν την άφηνε να πηγαίνει για φαγητό με λύκους καθώς είχαν κακή φήμη και θα ήταν κακή επιρροή.
Ο λύκος την κοίταζε να απομακρύνεται ανήμπορος να αντιδράσει, αλλά παρόλο που ένιωθε ντροπιασμένος που είχε καταρρίψει τον ίδιο του το μύθο, ένιωθε ταυτόχρονα τόσο ευτυχισμένος που ήθελε να χορέψει.
Κατά πως λέγεται, από 'κεινο το απόγευμα και μετά το δάσος έγινε το πιο ασφαλές δάσος όλων των παραμυθιών, μιας και κανένα κορίτσι δεν ξαναπαραπονέθηκε για καμιά επίθεση από κανένα λύκο και με τον καιρό οι γιαγιάδες κατέληξαν να παραγγέλνουν ντελίβερι απ' την πιτσαρία "Go-go boys' pizza" πράγμα που τις έκανε πολύ χαρούμενες.
Η Κοκκινοσκουφίτσα έβρισκε συχνά λουλούδια στο δρόμο της και ερωτικά σημειώματα χωρίς καν να ξέρει απο ποιόν προέρχονταν. Σύμφωνα με μια άλλη φήμη μετά από πολλές προσπάθειες ο λύκος κατάφερε να της εξομολογηθεί τον έρωτα του και αποφάσισαν να φύγουν για πάντα από 'κείνο το δάσος και να ζήσουν σε μια σπηλιά στα Μάταλα όπου ο Λύκος έγινε χορτοφάγος και η Κοκκινοσκουφίτσα σταμάτησε να τους "παίρνει" όλους γιατί μόλις ο λύκος ξαναβρήκε τον κανονικό του εαυτό ήταν σκέτος πύραυλος.
Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα..

Ας μου συγχωρεθεί η ασέλγεια στο παραμύθι της κοκκινοσκουφίτσας, αλλά κάπου είχα διαβάσει ότι τα παραμύθια κρύβουν σεξουαλικά υπονοούμενα λέτε γι' αυτό να κατέβασα μια τέτοια εκδοχή του παραμυθιού;
Γιατρέ μου, είμαι σοβαρά;

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Γεύση ευτυχίας..



Υπάρχουν στιγμές, που ακόμα κι ένα μικρό φωτάκι,
φτάνει για να φωτίσει το σύμπαν μας
με τη δύναμη και τη ζεστασιά ενός ήλιου..
Υπάρχουν στιγμές που μας θυμίζουν τη ζωή που δε ζήσαμε
για να 'χουμε μπούσουλα στα ταξίδια μας..
Υπάρχουν άνθρωποι-σταθμοί για να 'χει κάθε μας ταξίδι
μια θέση σε κάποιο χάρτη
γιατί τα ταξίδια χωρίς προορισμό μοιάζουν με άσκοπες περιπλανήσεις..
Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις
λειτουργούν αναλγητικά στους πόνους της ψυχής μας..
Υπάρχουν στιγμές που θέλω να φυλακίσω
μα ο χρόνος κυλάει και το μυαλό γερνάει..
..........................................
Υπάρχει ένα σύμπαν για 'μενα και για 'σένα
με μυρωδιές από σώματα φρεσκοπλυμένα
και ζεστασιά και λέξεις θεραπευτικές
κι εκείνη την απόκοσμη ζαλάδα
που μόνο ο έρωτας και το κρασί φέρνουν στο νου..
Υπάρχουμε κάπου εκεί,
για να θυμίζουμε πρώτα απ' όλα στον εαυτό μας
πως όσο οι καρδιές και τα σώματα δεν ξεχνούν
διεκδικούμε δικαιωματικά το δικό μας κομμάτι στην αιωνιότητα..
Καλή μας χρονιά έρωτα μου..

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!
ΥΓΕΙΑ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΑ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ ΕΛΠΙΔΑ ΝΑ ΦΕΡΕΙ Ο ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ!!

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

Περιπλάνηση..




Φοβάμαι τα συναισθήματα που κιτρινίζουν
σαν ασπρόρουχα ξεχασμένα σε κάποιο συρτάρι..
Τις αποστάσεις που δεν έχουν να κάνουν
με τη γεωγραφική θέση..
Μια εικόνα γυρίζει στο μυαλό μου
δυο μάτια κι ένα πρωινό ξύπνημα..
Πόσα λίγα ξέρω για τούτο δω τον κόσμο..
Περιπλανιέμαι μάταια σαν κόκκος σκόνης
κι όσα γνωρίζω καταλήγουν πάντα στον ίδιο παρονομαστή
μια έλλειψη πίστης που δεν οδηγεί πουθενά..
Σαν εκείνο το παιδί που μάταια ζητάει να το χαιδέψουν
ανάμεσα σε ανθρώπους με κομμένα χέρια
επαίτης στους αιώνες,
ψυχή αμαρτωλή, καταδικάσμένη ποτέ να μη βρει
την γαλήνη των ουρανών..
Δε με αντέχω απροσάρμοστη και ανικανοποιήτη
ν' ακούω δυο φωνές μέσα μου
να πονάω με το άγγιγμα του αέρα
να ζω με το φόβο της συνεχούς περιπλάνησης..
Αύριο θέλω να ξυπνήσω και να μη φυσάει
να ξεκουραστώ γαλήνια στο τζάμι ενός παραθύρου
που θα βλέπει σ' ένα σπίτι που δε θα είναι μισό..

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Μιά χαρά και μια λύπη..



Βρίσκομαι σε μια καθημερινή μάχη με το χρόνο,
και κατά πως φαίνεται εκείνος βγαίνει πάντα νικητής..
Κι αλίμονο, αλλιώς δε θα μπορούσε να γίνει,
εκείνος είν΄ αιώνιος, κι εγώ απλά περαστική..
Καμιά φορά γελώ με τα καμώματα του,
μα συνήθως θλίβομαι για τις στιγμές που χάνω,
για την ξεκούραση που τόσο μου λείπει,
για την ανεμελιά που έχασα πριν χρόνια,
για τις βιαστικές αγκαλιές σ' αυτούς που αγαπώ..
Κάτι σου δίνει, κάτι σου παίρνει
ποτέ όλα μαζί,
μια χαρά και μια λύπη,
αραδιασμένες διαδοχικά για να μην ξεχνάς..
Να ‘χεις το φόβο της απώλειας,
την ενοχή πως τα θες όλα..
Να χεις την κούραση στο βλέμμα,
και κάποιες ώρες τα βάρη σου να σε λιώνουν,
μα εσύ να λες: «όλα καλά, επέζησα και σήμερα»..
Είναι στιγμές που νιώθω μόνη, κι ας μην είμαι..
Είναι στιγμές που θέλω να νιώσω χαρά,
μα πονάει το μυαλό μου και το σώμα μου..
Είναι στιγμές που δε με φτάνουν οι ανάσες και νιώθω να πνίγομαι..
Είναι κι άλλες που θέλω να εξαφανιστώ..
Δε νιώθω λύπη για τα περασμένα, δεν προλαβαίνω να τα σκεφτώ..
Μα νιώθω πόνο για ΄κεινα που δεν προλαβαίνω να γευτώ..

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Countdown to Christmas!!!



Δεν ξέρω για σας, εγώ πάντως το στόλισα το δέντρο μου!!!

Άντε παιδιά λιγότερο από ένας μήνας έμεινε για τα Χριστούγεννα
κι εγώ δεν κρατιέμαι..
Ξέρετε τώρα,
γράφω γράμμα στον Αι Βασίλη
για να είμαι σίγουρη ότι θα φτάσει στην ώρα του..
Προσπαθώ να είμαι καλό κορίτσι,(αυτό κι αν είναι δύσκολο!!)
για να πάρω το δώρο που ζήτησα..
Ανοίγω κούτες με στολίδια,καθαρίζω
και γενικά περιμένω την πιο αγαπημένη μου γιορτή
με την ανυπομονησία που ταιριάζει στην ηλικία μου..
Λίγο νωρίς ε;
Άμα σας λέω ότι δεν κρατιέμαι, δε με πιστεύετε!!

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

Το άλλο μου μισό..



Το άλλο μου μισό δεν το βρήκα, με βρήκε θλιμένη σε μια λεωφόρο
να έχω ξεχάσει τη διαδρομή της επιστροφής..
'Ηταν χειμώνας κι εκείνο τον καιρό το χιόνι είχε ασπρίσει τον κόσμο
μάλλον σε μια προσπάθεια να κρύψει την ασχήμια του..
Ο κόσμος κάποιες μέρες είναι πολύ άσχημος ίσως να φταίνε οι εξατμίσεις
ή ακόμα και που δεν προλαβαίνουνε να γελάσουνε οι άνθρωποι..
Κάθεται πάνω στις στέγες και στους τοίχους των σπιτιών μια απόγνωση
ίδια με 'κείνη του ανθρώπου που χάνεται,
σ' ένα αφιλόξενο δάσος μια κρύα νύχτα του χειμώνα,
μόνος κι απροστάτευτος ανάμεσα σε θηρία
που θα του επιτεθούν μονάχα από την ανάγκη τους για επιβίωση..
Έτσι ένιωθα κι εγώ, εκεί στην φωτισμένη λεωφόρο
έτοιμη να προστατευτώ, με τις αισθήσεις σε εγρήγορση
και τους δρόμους διαφυγής μελετημένους με την άκρη του ματιού μου..
Είναι που οι άνθρωποι δε μοιάζουν με τα θηρία της φύσης
καθώς δεν επιτίθενται για να επιβιώσουν..
Με βρήκε λοιπόν φοβισμένη κι ας είχε χιονίσει,
κι ας έδειχνε ο κόσμος πιο όμορφος,
με βρήκε να ψάχνω το δρόμο της επιστροφής..
Με χρεώθηκε άθελα του, σα παιδί που το βοηθάς να βρει τη μάνα του
κι αναλαμβάνεις να το προσέχεις μέχρι τότε,
που γίνεσαι κομμάτι της ζωής του τυχαία, ακόμα κι αν δεν είχες τέτοια πρόθεση..
Καθένας μας μπορεί να είναι χαμένος,
καθένας μας μπορεί να φοβάται,
κάθε στιγμή τυχαία ή προμελετημένη μπορεί να δέσει τη ζωή μας
με τη ζωή κάποιου περαστικού..
Είναι που κάποιοι άνθρωποι μπορεί να νιώσουν στην ανάσα μας το φόβο
και να γίνουν το άλλο μας μισό,
απλά και μόνο γιατί έτυχε να βρίσκονται
εκείνο το βράδυ στη συγκεκριμένη λεωφόρο..

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

Αγάπη είναι..



Η αγάπη δεν είναι αυταπόδεικτη..
Είναι ένας ζωντανός οργανισμός,
που χρειάζεται "τροφή"
και προστασία για να επιβιώσει..


Τα 2 ανθρωπάκια που φιγουράρουν στη φωτό είναι συνυφασμένα με την εφηβική μου ηλικία.. Εκείνα τα χρόνια σχεδόν σε κάθε σπίτι υπήρχε ένα μαξιλαράκι, μια κορνίζα κλπ. που όριζε την αγάπη
Love is..
Μόδα της εποχής, που σίγουρα έδωσε χρήματα στον εμπνευστή της, μου άφησε τελικά την απορία "Τι είναι αγάπη;"
Περιμένω το δικό σας ορισμό..
Κάτι μου λέει πως τα δυο φύλα θα την ορίσουν διαφορετικά..
Όπως και να 'χει ίσως όλοι μας έχουμε κάτι να μάθουμε..

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Μη μ' ενοχλείτε..



Σηκώνω τα σεντόνια να ξαπλώσω
και ξεδιπλώνω ένα πόθο ασάλευτο,
σαν τις νύχτες τις κενές μας..
Οι λέξεις δεν έχουν καμία αξία σε στόματα κλειστά
κι η μάχη ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική
έχει μονάχα ηττημένους..
Οι μέρες που θα ΄ρθουν θα επιβεβαιώσουν τη δίνη
που παραμονεύει να με ρουφήξει..
Του τέλους θεατής,
έμαθα πως τη δύναμη ν' αλλάζουν την έχουν οι θεοί..
Θνητή και μόνη, βιώνω την ασημαντότητα μου..
Θέλω να κλειστώ στο κουκούλι μου
να χαθώ σε σκέψεις κι εικόνες
να ξαναγεννηθώ
μη μ' ενοχλείτε..

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008





"Δεν υπάρχουν κακές γυναίκες" είπε ξαφνικά ο Πιλότο.
"Όπως δεν υπάρχουν και κακά πλοία.. Οι άντρες που είναι πάνω τους τα κάνουν έτσι ή αλλιώς"

Αρτούρο Περέθ-Ρεβέρτε

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

Κοίτα..


Με τυρανάει ένας πυρετός
ίδιος με δαγκωματιά από δηλητηριώδες κουνούπι..
Κάθε που σου μιλώ για 'κείνον κλείνεις τ' αυτιά
σα να 'μαι σειρήνα..
Σου λέω ξανά και ξανά πως τον φοβάμαι τούτο δω τον κόσμο
κι εσύ κοιτάς τον ουρανό,
λες κι είναι στ' αστέρια η απάντηση γραμμένη..
Είν' έγκλημα ο έρωτας είχα διαβάσει κάποτε
με έσχατη ποινή την προδοσία..
Τί σου 'φεραν απ' τα ξένα οι κοκκινομαλλούσες
με τα στρογγυλά τα στήθη..
Δεν ξέρω τι θυμάσαι απ' το χτες,
η μνήμη πλάθει το μυαλό μας,
Μα θέλω να γυρίσω στο κίτρινο το καπνισμένο δωμάτιο,
να με πίνεις πρωί και βράδυ αναλγητικό του πόθου σου,
να μου μιλάς χωρίς λόγια,
να με ζωγραφίσεις κόκκινη σε άσπρο καναβάτσο..
Κι ύστερα να κάτσω σε μια γωνιά του μυαλού σου και να 'χει ησυχία
ν' ακούω την ανάσα σου βαριά απ' τον καπνό
και 'κεινο το παιδικό σου παιχνίδι..
Κάποτε θα με ρωτήσεις τι θυμάμαι
και θα σου μιλήσω για πόθους και σώματα
μα θα 'χω κρατήσει κρυφή μια σου αγωνία, μόνο για ΄μενα
ενθύμιο αγάπης, προδοσίας και έρωτα..
Όχι σαν αυτόν που ξέρεις
μα σαν εκείνον που εγώ χρειάζομαι..
Κάθε απάντηση που ψάχνεις είναι γραμμένη με ολοκάθαρα γράμματα
εκεί που δεν τολμάς να γυρίσεις το βλέμμα,
όλα είναι εκεί, στον απέναντι τοίχο
κοίτα και άγγιξε ο χρόνος μας παίρνει σαν άνεμος
είμαι εκεί,
κοίτα,
μονάχα κοίτα με..

Time found you lying motionless The definition of an old love was lying on the wooden floor of memory Each day you scribble a meaningful ins...