Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Σταγόνες ψυχής..


Είναι εκείνες οι φορές που ο εαυτός μας περιορίζεται σε μια μικρή κουκίδα,
μια τελεία χωρίς πρόταση, ένα σημείο στίξης χωρίς κανένα μέρος του λόγου να αναφερθεί..
Αναρωτιέμαι αν είναι που μεγαλώνω και τα όρια μου στενεύουν σε ένα κλοιό αυτάρκειας που αγγίζει τα όρια της απομόνωσης ή απλός ρατσισμός σε καθετί έξω απ' την εμβέλεια μου..
Ότι κι αν είναι δε μου αρέσει, γιατί μου μοιάζει με την αγριότητα του ανθρώπου που μεγαλώνει στα βουνά κι ο κόσμος τον τρομάζει ή το φόβο ενός ανθρώπου της πόλης στη θέα μιας απόκρημνης χαράδρας..
Είναι και που έχτισα τα θεμέλια της ζωής μου στην άμμο κι έχω βαρεθεί να ξαναφτιάχνω κάστρα σε κάθε φουσκοθαλασσιά..
Είναι που η μοιρασιά του εαυτού μου πάντα κάποιον αδικεί και πρώτα εμένα..
Είναι που η κάθε μέρα είναι ξεκίνημα απ' το μηδέν κι εγώ νιώθω πλέον τόσο κουρασμένη να προσπαθώ να φτάσω μέχρι το επόμενο πρωινό..
Μπορεί να φταίνε και τα ίδια τα αποσιωποιητικά που βάζω σε κάθε πρόταση και πίσω από κάθε σκέψη να κρύβονται χιλιάδες ανείπωτοι φόβοι..
Κι ας μη φοβάμαι κατά πως συνηθίζουν να μου λένε κι ας ξυπνάω κάθε πρωί ετοιμοπόλεμη..
Κανείς δεν ξέρει πως οι ψυχές μας βιώνουν την απομάκρυνση από τον κόσμο..
Γιατί και το υγρό που εξατμίζεται γίνεται ορατό μόνο δια της απουσίας του..

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

Ο καλός λύκος και η άταχτη κοκκινοσκουφίτσα..


Ή αλλιώς πως ο κακός λύκος έγινε καλός..

Μια φορά κι έναν καιρό στο γνωστό δάσος των παραμυθιών ζούσε ένας πολύ Κακός Λύκος, για την ακρίβεια ήταν ένας από τους πιό κακούς λύκους όλων των παραμυθιών, ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων των καλών κοριτσιών που είχαν γιαγιάδες στο δάσος και ο κρυφός πόθος όλων των άταχτων κοριτσιών που χρησιμοποιούσαν τη γιαγιά σαν πρόφαση με την κρυφή ελπίδα να τον συναντήσουν. Ο κακός ο λύκος αδιαφορούσε παντελώς για τα καλά κορίτσια καθώς των νευρίαζαν τα κλάματα τους την ώρα που τους ορμούσε κι επίσης βαριόταν να τις κυνηγά. Ο Κακός ο Λύκος ενδιαφερόταν μονάχα για τα κακά κορίτσια και μετά από τόσα χρόνια στο δάσος είχε μάθει να τα ξεχωρίζει. Κρυβόταν πίσω από τα δέντρα και τις παρακολουθούσε καθώς έσκυβαν να κόψουν λουλουδάκια κι άφηναν τις μικροσκοπικές τους φουστίτσες να σηκωθούν. Ο Λύκος σα γνήσιο λαγωνικό μύριζε τους χυμούς τους και με την καταπληκτική του όραση ξεχώριζε μια γυαλάδα εκεί ανάμεσα στη χαραμάδα που άφηνε να φανεί η σηκωμένη τους φουστίτσα. Αυτά τα κορίτσια συνήθως δεν πρόβαλαν καμιά αντίσταση την ώρα που ο κακός ο λύκος εφορμούσε αλλά όταν γύριζαν σπίτι έλεγαν φοβερές και τρομερές ιστορίες στις φίλες τους για το πόσο κακός και βάναυσος ήταν ο λύκος και πόσο πολύ είχαν τρομάξει και πόσο δεν ήθελαν να τον ξαναδούν και πολλά άλλα, όμως συνήθως μάλωναν με τις αδερφές τους για το ποιά θα πάει στη γιαγιά φαγητό και όταν καμιά γιαγιά πέθαινε και οι βόλτες στο δάσος σταματούσαν άρχιζαν να ανακαλύπτουν τη νοστιμιά των μανιταριών.

Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν κακό κορίτσι και δεν την ενδιέφερε καν να το κρύψει, όπως έκαναν συνήθως όλα τα υπόλοιπα άταχτα κορίτσια, είχε ξεπετάξει το γιο του ξυλοκόπου, το γιο του κυνηγού, το δασοφύλακα, έναν φυσιοδίφη, έναν ακτιβιστή της Greenpeace που προσπαθούσε να σώσει ένα σπάνιο είδος του δάσους και μερικούς τύπους που περπατούσαν στο δάσος απλά και μόνο για να περάσουν την ώρα τους. Η μάνα της την ξεμάλλιαζε κάθε που μάθαινε τα καμώματα της και συνήθιζε να της λέει πως δεν θα την παντρευόταν κανένας και θα 'μενε στο ράφι. Την Κοκκινοσκουφίτσα καθόλου δεν την ενδιέφερε ο γάμος γιατί βαριόταν να κάνει δουλειές στο σπίτι και καθόλου δεν της άρεσε η ιδέα να κοιμάται σ' όλη της τη ζωή με τον ίδιο άντρα.
Έτσι τριγύριζε στο δάσος άλλοτε μαζεύοντας λουλουδάκια, άλλοτε μανιταράκια κι άλλοτε απλά χασομερώντας μπας και γνωρίσει κι αυτή τον κακό το λύκο για του οποίου τη φήμη είχε ακούσει απ' όλα τα κορίτσια της περιοχής αλλά η ίδια ποτέ δεν είχε τύχει να συναντήσει. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το γεγονός της δημιουργούσε μια ανασφάλεια καθώς είχε αρχίσει να πιστεύει ότι δεν της έδινε απλά σημασία.
Το γεγονός ότι ο λύκος και η κοκκινοσκουφιτσα δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, ήταν καθαρά τυχαίο που τελικά ήταν για καλό του λύκου όπως θα καταλάβετε από τη συνέχεια της ιστορίας.
Μια μέρα όμως, εκεί που ο Λύκος έπινε κάτι μπύρες άκουσε ένα κοριτσίστικο τραγουδάκι και σηκώθηκε να δει αν το "θύμα" ήταν άξιο λόγου. Το θέαμα όμως που αντίκρυσε ήταν πέρα κι απ' την πιο τρελή του φαντασία.
Η Κοκκινοσκουφίτσα φορούσε μια κατακκόκινη κοντή φουστίτσα κι από κάτω κόκκινες διχτυωτές κάλτσες. Καθώς έσκυβε για να μαζέψει λουλουδάκια μπορούσε να διακρίνει ένα κατακκόκινο στριγκάκι που χώριζε στα δυο ένα σφιχτό και ζουμερό κωλαράκι που αντιστεκόταν σθεναρά στο νόμο του Νεύτωνα. Το υπόλοιπο σώμα της και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κόκκινη κάπα. Θέλοντας να δει καλύτερα ο λύκος τραβήχτηκε λίγο απ' το δέντρο και κατά λάθος πάτησε τα άδεια κουτάκια απ' τις μπύρες που μόλις είχε πιεί.
Ο θόρυβος τράβηξε την προσοχή της Κοκκινοσκουφίτσας που γύρισε απότομα προς το μέρος του. Έτσι λύκος και κοκκινοσκουφίτσα τώρα βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο.Ο λύκος είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα όχι επειδή ήθελε να φάει τη μικρή και άταχτη Κοκκινοσκουφίτσα αλλά επειδή δεν είχε ξαναδεί καμιά να της μοιάζει.
Είχε το πιο όμορφο πρόσωπο που είχε δει ποτέ και το ντεκολτέ της ήταν τόσο προκλητικό που θα ορκιζόταν πως εκείνα τα υπέροχα στήθη που ξεπρόβαλαν απ' το κόκκινο μπλουζάκι της, έμοιαζαν με τορπίλες έτοιμες να εκτοξευτούν προς το μέρος του.
Το πανέμορφο πρόσωπο της, πλαισίωναν πλούσια κατάμαυρα μαλλιά χωρίς ίχνος ψαλίδας, μιας και η κοκκινοσκουφίτα ουδεμιά σχέση είχε με το ντεκαπάζ, που έπεφταν απαλά πάνω στους ώμους της.
Ο Λύκος είχε μείνει άφωνος, για πρώτη φορά στη ζωή του δεν ήθελε να της ορμήσει και να της δείξει ποιός κάνει κουμάντο στο δάσος. Ήθελε μόνο να την κοιτάει, το χειρότερο όμως απ' όλα ήταν πως αντί να να νιώσει το παντελόνι το έτοιμο να σπάσει απ' την πίεση, ένιωθε την καρδιά του έτοιμη να σπάσει και το στόμα του δεν μπορούσε να κλείσει.
Η Κοκκινοσκουφίτσα τον κοιτούσε σχεδόν αυθάδικα, είχε βάλει τα χέρια στους γοφούς και τον ρώτησε αν ήταν ο κακός ο λύκος.
"Ναι!" απάντησε με ξεψυχισμένη φωνή ο Λύκος.
'Ε, καλά και δε θα κάνεις τίποτα; Δε θα μου ορμήσεις; "του απάντησε λικνίζοντας προκλητικά τη μέση της.
Ο λύκος δεν ένιωθε καμία επιθυμία να ορμήσει, ήθελε μόνο να την κοιτάει κι ένιωθε λίγο άβολα γιατί η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως ακουγόταν σ' όλο το δάσος. Τον εκνευρισμό της κοκκινοσκουφίτσας, τον διαδέχτηκε μια έκπληξη δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Πήρε το θάρρος και τον πλησίασε άγγιξε τη μουσούδα του και τα κοφτερά του δόντια όμως ο λύκος αντί να βγάλει καμιά κραυγή απ' αυτές που φοβίζουν όλα τα ζώα του δάσους, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό που έκανε και τον ίδιο να τρομάξει.
Η Κοκκινοσκουφίτσα τύλιξε τα χέρια της γύρω του, κι λύκος ένιωσε πως τα στήθη της θα τρυπούσαν το στέρνο του και παρόλο που είχε τυλιχτεί ολόκληρη σα χταπόδι γύρω του ο ανδρισμός του παρέμενε παντελώς άφωνος σα να περίμενε κάποιο παράγγελμα για να ανταποκριθεί.
Ο λύκος ένιωθε έτοιμος να πάθει κρίση πανικού, αυτά τα πράγματα δεν συνεβαιναν σε κανένα παραμύθι, έπρεπε επειγόντως να ξαναβρεί τον κανονικό του εαυτό. Αντί όμως να σηκώσει τα χέρια του και να χουφτώσει την κοκκινοσκουφίτσα, τη ρώτησε ποιά ήταν η γνώμη της για το νέο δασοφύλακα σε μια προσπάθεια να κερδίσει χρόνο. Η κοκκινοσκουφίτσα που τον είχε "πάρει" επανειλλημένα, του απάντησε πως τον έβρισκε βαρετό καθώς υπέθεσε πως ο λύκος ήξερε για το νταραβέρι της με το δασοφύλακα.
Μετά τη ρώτησε τί φαγητό πήγαινε στη γιαγια της και όταν την είδε να χάνει την ψυχραιμία της και να γυρίζει να φύγει, της είπε πως είχε μια βαρυστομαχιά απ' τις μπύρες και πως θα χαιρόταν να της κάνει το τραπέζι το επόμενο βράδυ.
Η Κοκκινοσκουφίτσα του φώναξε, καθώς απομακρυνόταν, πως η μαμά της δεν την άφηνε να πηγαίνει για φαγητό με λύκους καθώς είχαν κακή φήμη και θα ήταν κακή επιρροή.
Ο λύκος την κοίταζε να απομακρύνεται ανήμπορος να αντιδράσει, αλλά παρόλο που ένιωθε ντροπιασμένος που είχε καταρρίψει τον ίδιο του το μύθο, ένιωθε ταυτόχρονα τόσο ευτυχισμένος που ήθελε να χορέψει.
Κατά πως λέγεται, από 'κεινο το απόγευμα και μετά το δάσος έγινε το πιο ασφαλές δάσος όλων των παραμυθιών, μιας και κανένα κορίτσι δεν ξαναπαραπονέθηκε για καμιά επίθεση από κανένα λύκο και με τον καιρό οι γιαγιάδες κατέληξαν να παραγγέλνουν ντελίβερι απ' την πιτσαρία "Go-go boys' pizza" πράγμα που τις έκανε πολύ χαρούμενες.
Η Κοκκινοσκουφίτσα έβρισκε συχνά λουλούδια στο δρόμο της και ερωτικά σημειώματα χωρίς καν να ξέρει απο ποιόν προέρχονταν. Σύμφωνα με μια άλλη φήμη μετά από πολλές προσπάθειες ο λύκος κατάφερε να της εξομολογηθεί τον έρωτα του και αποφάσισαν να φύγουν για πάντα από 'κείνο το δάσος και να ζήσουν σε μια σπηλιά στα Μάταλα όπου ο Λύκος έγινε χορτοφάγος και η Κοκκινοσκουφίτσα σταμάτησε να τους "παίρνει" όλους γιατί μόλις ο λύκος ξαναβρήκε τον κανονικό του εαυτό ήταν σκέτος πύραυλος.
Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα..

Ας μου συγχωρεθεί η ασέλγεια στο παραμύθι της κοκκινοσκουφίτσας, αλλά κάπου είχα διαβάσει ότι τα παραμύθια κρύβουν σεξουαλικά υπονοούμενα λέτε γι' αυτό να κατέβασα μια τέτοια εκδοχή του παραμυθιού;
Γιατρέ μου, είμαι σοβαρά;