Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Διαδρομές..


Μου αρέσουν οι νύχτες στην πόλη,
τότε που τα φώτα μοιάζουν με πυγολαμπίδες..
Αυτοκίνητα ανεβοκατεβαίνουν την εθνική..
Τελικά η ζωή στη άσφαλτο δε σταματάει ποτέ..
Παράθυρα κλειστά και ψιλόβροχο,
το μυαλό μου ταξιδεύει μαζί σου
κι οι αισθήσεις μου σε ζητάνε..
Δεν υπαρχει κάτι να παραστήσει την απουσία του έρωτα
αν υπήρχε, θα ήταν ένα κενό
από 'κεινα που φτιάχνουν οι επιστήμονες σε οθόνες υπολογιστών..
..όσο περισσότερα μαθαίνω τόσο πιο λίγα ξέρω..
Ο κόσμος μου γυρνάει γύρω απ' τις ίδιες σκέψεις,
ονειροβατώ κάθε που σε θυμαμαι,
ταξιδεύω κάθε που σε μυρίζω,
και συνήθως καταλήγω
και να μην προλαβαίνω τον άπιαστο το χρόνο..

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Η Σούλα η μελιτσούλα..


Σα να λέμε:
..τι μπορεί να κάνει ένα λάθος
"τ"


Η Σούλα η μελιτσούλα ήταν μια συνηθισμένη μελισσούλα με κανονικές κίτρινες και μαύρες γραμμούλες κι ένα τροφαντό κωλαράκι που κατέληγε σ' ένα σουβλερό και επικίνδυνο κεντρί.
Βέβαια η μαμά της της είχε πει απ' όταν πολύ μικρή πως αν το χρησιμοποιούσε θα έχανε και τη ζωή της κι έτσι η Σούλα αποφάσισε πως καλό ήταν το κεντρί, αλλά αυτή δε θα το χρησιμοποιούσε ποτέ μια και της άρεσε πολύ η ζωή.
Βέβαια η Σούλα δεν ήταν καμιά βασίλισσα μέλισσα ήταν μια απλή εργάτρια που έπρεπε όλη μέρα να δουλεύει σκληρά και να εναποθέτει τον κόπο της στην κυψέλη για να τον απολαμβάνουν η βασίλισσα και οι γκόμενοι της οι κηφήνες.
Στην αρχή δεν την πείραζε αφού της είχαν πει πως αυτός ήταν ο προορισμός της σ' αυτόν τον κόσμο, όμως όσο ο καιρός περνούσε και τα βράδια ξάπλωνε κουρασμένη στο κρεβατάκι της να κοιμηθεί αναρωτιόταν γιατί αυτή δεν μπορούσε να περνάει όπως η βασίλισσα μέλισσα. Γιατί κι αυτή δεν μπορούσε να γλεντοκοπάει κάθε βράδυ και ν' αλλάζει τους γκόμενους σαν τα πουκάμισα.
"Δεν υπάρχει γιατί απλά δεν έχεις γεννηθεί βασίλισσα, δεν είσαι τόσο όμορφη όσο η βασίλισσα, δεν είσαι τόσο αεράτη όσο η βασίλισσα μα κυρίως δεν έχεις όσα έχει η βασίλισσα" της είπε μια μέρα η μητέρα της απαντώντας στις ερωτήσεις της σχετικά με το θέμα.
Την επόμενη στιγμή η Σούλα κοιταζόταν στον καθρέπτη προσπαθώντας να δει τι της λείπει,μια χαρά κορίτσι ήταν και την ωραία της μεσούλα είχε και ωραία βυζάκια και μια χαρά στητό κωλαράκι, τίποτα δεν της έλειπε εκτός απ' το γεγονός ότι δεν είχε γεννηθεί βασίλισσα και ότι δεν ήταν τόσο περιποιημένη όσο η βασίλισσα.
Εκείνη τη στιγμή της ήρθε μια ιδέα, από την επόμενη μέρα δε θα δούλευε τόσο σκληρά θα δούλευε λιγότερο και θα αφιέρωνε περισσότερο χρόνο στον εαυτό της.
Έτσι ενδιάμεσα στο ωράριο ξέκλεψε λίγο χρόνο και πήγε κομμωτήριο και έφτιαξε το μαλλί της και αγόρασε μερικά πιο όμορφα ρουχαλάκια. Επίσης φρόντισε να φυλάξει λίγο νέκταρ απ' αυτό που μάζεψε. Έτσι σιγά σιγά η Σούλα δούλευε λιγότερο, ασχολιόταν περισσότερο με τον εαυτό της και φρόντιζε να φυλάει λίγο νέκταρ απ' τους κόπους της κάθε μέρα. Η επιστάτρια βέβαια της κυψέλης δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη μαζί της και της έλεγε πως αν συνεχίσει έτσι γρήγορα θα τη διώξουν και θα ψάχνει μέρος να μείνει.
Κι όσο ο καιρός περνούσε τόσο πιο όμορφη γινόταν η Σούλα και τόσο πιο πολύ νέκταρ μάζευε και τόσο πιο πολύ θύμωνε μαζί της η επιστάτρια.
'Ώσπου μια μέρα η επιστάτρια της έδειξε το δρόμο της εξόδου απ' την κυψέλη. Η Σούλα αντί να λυπηθεί που άφηνε την κυψέλη ένιωσε ξαλαφρωμένη και κατευθύνθηκε να γνωρίσει τον κόσμο χωρίς να έχει πλέον κανένα ανάγκη.
Ένιωθε πως η ζωή της άρχιζε από την αρχή ήταν σα να ξαναγεννιόταν από δω και πέρα θα μάζευε μόνο όσο νέκταρ χρειαζόταν η ίδια και ο υπόλοιπος χρόνος θα ήταν δικός της για να απολαμβάνει τη ζωή.
Έτσι ξεκίνησαν όλα στην αρχή απλά απολάμβανε τους χυμούς των λουλουδιών χωρίς να έχει να δώσει λογαριασμό σε κανένα έκανε παρέα με όποιο έντομο της ερχόταν και γενικά έκανε ότι της κάπνιζε.
Οι άλλες μέλισσες της κυψέλης τη συναντούσαν στην εξοχή και συχνά την κακολογούσαν που έκανε ότι ήθελε που γύριζε με τον ένα και τον άλλο μα κυρίως που αρνήθηκε τη μοίρα της.
Στο βάθος ζήλευαν που δεν μπορούσαν κι αυτές να κάνουν το ίδιο, πες από φόβο πες από αποδοχή του πεπρωμένου τους, και της γύριζαν την πλάτη. Η αλήθεια είναι πως αυτό στοίχισε πολύ στη Σούλα ειδικά όταν μια μέρα είδε πως κάποιος είχε κάνει το όνομα της στο κουδούνι του σπιτιού της από "Σούλα η Μελισσούλα" σε "Σούλα η Μελιτσούλα".
Στην αρχή πειράχτηκε και σκέφτηκε να ξαναλλάξει το όνομα στο κουδούνι και να το ξαναγράψει όπως πριν όμως μετά που το ξανασκέφτηκε ένιωσε μια ικανοποίηση που την επόμενη μέρα το πρωί δε θα σηκωνόταν απ' το χάραμα να μαζεύει νέκταρ και δε θα ζούσε μέχρι να πεθάνει τη ζωή των ομοίων της.
Χαμογέλασε πονηρά έβαλε τα πιο όμορφα ρούχα της και κατευθύνθηκε σ' έναν επιγραφοποιό "Θα ήθελα να μου φτιάξετε μια επιγραφή με μεγάλα λαμπερά γράμματα
που να λέει πάνω 'Σούλα η Μελιτσούλα'"..

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

Άνοιξη..


Σα να λέμε..
ΕΡΩΤΑΣ