Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Η Τέντα..


Θα στέκομαι μελλοντικά απέναντι, στο σταθμό..
Θα με κοιτάξεις από την κατεβασμένη τέντα σου,
θα φοράω ταγέρ συντηρητικό και τακούνια
και θα κρατάω στο χέρι χαρτοφύλακα βαρύ
γεμάτο μ'εμάς..
Κάπου στη μέση της διαδρομής,
θα τον αφήσω τρυφερά,
να ξαπλώσει στο δρόμο
και θα τον δω να γίνεται λιώμα
από ένα περαστικό φορτηγό..
Κι εσύ..
Θα κοιτάς τις γάμπες μου,
και δε θ' ακούσεις τίποτα από το ξεψύχισμα του
γιατί οι λέξεις ξεψυχούν αθόρυβα
σαν την κορύφωση του πόθου,
μ'ένα μικρό αναστεναγμό..
Θα συνεχίσω το δρόμο μου με σταθερό βήμα
κι εσύ,
θ'ακούσεις ανάμεσα στους θορύβους της πόλης,
τα τακούνια μου
να παίζουν τρυφερά ένα παιδικό νανούρισμα..
Κι όλο θ'αναρωτιέσαι,
αν όλα αυτά συμβαίνουν στο σύμπαν μας ή αλλού..
Κι αν, όταν θα με ξαναδείς θα με θυμάσαι..

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

Ο εραστής της θάλασσας..


Αν ήταν να μιλήσω για κείνον,
θα μιλούσα με παφλασμούς κυμμάτων,
με τις φωνές των γλάρων,
και κείνο το σύρσιμο που κάνουν τα βότσαλα κάθε που τα χαϊδεύει το κύμα..
Να είναι που αγκαλιά του μοιάζει με δροσιά κάθε που ζεσταίνει,
που η φωνή του μου δίνει την ίδια γαλήνη με το γαλάζιο,
που η ζωή κοντά του μοιάζει με τον ήλιο που γέρνει το σούρουπο στην αγκαλιά της..
Κι εγώ γυναίκα σαν και κείνη γευόμαι τους χυμούς του
κάθε που τιθασευει το πάθος μου για 'κείνον..
Μα τη ζηλεύω κρυφά κι άδολα κι όλο σκέφτομαι πως,
θα 'θελα να 'μουνα εκείνη,
για να ξέρω πως θα μ'αγαπάει παντοτινά,
για να με τιθασεύει κάθε που γίνομαι ορμητική,
για να με γυρεύει σε κάθε του φυγή..
μα είμαι μόνο γυναίκα και θάλασσα δε μπορώ να γίνω
μόνο στεριά και λιμάνι που τον περιμένει
να γυρίσει από την αγκαλιά της..