Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Κατακαλόκαιρο..












Κατακαλόκαιρο..
Τον βρήκα να κοιμάται γυμνός σ' εμβριακή στάση στο πάτωμα..
Μου είπε πως καιγόταν, σαν άλλος θα 'λεγε στην ερωμένη του τον πόθο του..
Μα εκεί στα παγωμένα μάρμαρα δεν ήταν άντρας
παρά ένα βρέφος απροστάτευτο..
Μη με κακίζεται που τρόμαξα,
που 'κείνη η εικόνα στοίχειωσε τα βράδυα μου
έπεσε πάνω μου σαν την βαριά  του μητρικού μου ενστίκτου πέτρα..
Για μένα ήταν ο ιππότης των παιδικών μου ονείρων..
Τον ποθούσα απεγνωσμένα..

Κατακαλόκαιρο..
Ξάπλωσε στο παγωμένο πάτωμα να δροσίσει το σώμα του που καιγόταν,
όχι από τον πόθο του για κείνη..
Άλλη ήταν η αγαπημένη του εκείνο το βράδυ..
Το πάτωμα σκληρό σαν τη ζωή,
κάποιος θα έλεγε πως η σκηνή έμοιαζε με αυτοτιμωρία..
Μα ειν' αδύνατο να ορίσεις το νου εκείνου που πονάει,
κι ακομα πιο δύσκολο να βρεις ερμηνεία
σε τυχαία συμβάντα που ορίζουν τη ζωή σου..

Κατακαλόκαιρο..
Ξύπνησα με την εικόνα του άντρα..
Μα η μνήμη είναι εχθρός ατρόμητος
κι η γεύση στο στόμα μου στιφή κάθε που αναρωτιέμαι,
πώς το αθώο αγγελούδι του έρωτα γίνεται τρομαχτικό θηρίο
κι εγώ ταγμένος εξολοθρευτής  του.