Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009



Φτιαγμένοι από μικρά κομμάτια είμαστε
εικόνες κόσμων που μετουσιώνονται κι αποσυντίθενται στο πέρασμα του χρόνου..
Κι εγώ που δεν τον προφταίνω το χρόνο
κι ας τον αγαπώ,
με την αγάπη και το σεβασμό που 'χει ο μαθητής στο σοφό του δάσκαλο,
γυρνώ τα σοκάκια του κόσμου ψάχνοντας την αλήθεια του..
Στο πέρασμα μου αφήνω την αθωώτητα μου σκουριασμένη,
σαν το ξεραμένο αίμα στο παρθενικό σεντόνι της πραγματικότητας..
Δεν είμαστε φτιαγμένοι από πέτρα μα το πιο μεγάλο μας αμάρτημα
είναι η αποδοχή της όποιας σταθερότητας
σα να ΄ναι η γη ακίνητη
κι χρόνος δημιούργημα της φαντασίας μας..
Κι η γη που με γέννησε
κι αυτή με γέλασε πολλές φορές
κι ο ουρανός που λάτρεψα,
μ' αφηνει μετέωρη να φτερουγίζω
κι η θάλασσα που με νανούριζε,
με τις φουρτούνες της με κούρασε..
Να γείρω θέλω στα χέρια του άγνωστου θεού,
όχι γυναίκα μα άνθρωπος χωρίς πάθη και φύλο
ν' αφουγκραστώ την ανάσα της αγάπης
να νιώσω τη ζεστασιά της αθωώτητας
να κοιμηθώ και να ξεχάσω πως τούτος δω ο κόσμος
με πληγώνει ανεπανόρθωτα με παιχνίδια που δεν θέλω να είμαι συμμέτοχος..

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Ας χαλαρώσουμε..



Τον τελευταίο καιρό χαλαρώνω..
Ελπίζω να σας αρέσει το τραγουδάκι!!
Φιλιά σε όλους μπορεί να μην προλαβαίνω να γράφω στα μπλογκ σας όμως σας παρακολουθώ!!

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Τούλα η αλανιάρα κοτούλα..


Η Τούλα ήταν μια κοτούλα με πολύχρωμα φτερά και καμαρωτό περπάτημα που έκανε τα τροφαντά της οπίσθια να κουνιούνται προκλητικά, κάθε που περνούσε μπροστά από κανένα πετεινό που της φαινόταν ενδιαφέρον τυπάκος. Βέβαια η Τούλα δεν έκανε μόνο αυτό για να είναι η πιο δημοφιλής κοτούλα στο κοτέτσι είχε ένα σωρό κόλπα που έκαναν τ' αρσενικά να τρέχουνε πίσω της σαν παλαβά. Μια της έπεφτε το καλαμπόκι απ' το ράμφος κι έσκυβε επιδεικτικά να το πιάσει, μια καθάριζε τα φτερά της κοιτώντας με νόημα κι άλλοτε απλά περνούσε δήθεν αδιάφορα μα πάντα κοιτώντας με βλέμμα πολλά υποσχόμενο. Η αλήθεια είναι πως τα "κόλπα" έπιαναν μια χαρά τόπο κι όλα τ' αρσενικά τρέχανε από πίσω της πράγμα που την ευχαριστούσε ιδιαίτερα. Πιο πολύ όμως τη διασκέδαζε που οι άλλες κότες ήταν πυρ και μανία μαζί της, που δεν μπορούσαν να σταυρώσουν άντρα.
Το τι της έσουρναν ήταν άλλο πράγμα, εύκολη την ανέβαζαν τσούλα την κατέβαζαν. Την Τούλα απ' την άλλη καθόλου δεν την ένοιαζε πως την έβλεπαν τα υπόλοιπα θηλυκά. αυτή ένα πράγμα την ένοιαζε κι αυτό ήταν να περνάει καλά κι αφού περνούσε καλά, τα υπόλοιπα της ήταν αδιάφορα. Βλέπεις η ζωή είναι μικρή κι από 'κει που είσαι μια χαρωπή κοτούλα, την επόμενη ώρα μπορεί να είσαι βραστή στο κυριακάτικο τραπέζι του αφεντικού.
Η Τούλα δεν ήταν τυχαία και τη ζωή την είχε φιλοσοφήσει και τον εαυτό της αγαπούσε οπότε καθόλου δεν την ενδιέφερε ν' έχει καλό όνομα στην κοινωνία ήθελε μόνο όταν θα ερχόταν αντιμέτωπη με το χασαπομάχαιρο να μπορεί να πει πως έζησε τη ζωή της με όση περισσότερη χαρά μπορούσε.
Βέβαια μη σκέφτείτε πως κι η Τούλα δεν τα είχε φάει τα χαστούκια της ως ζώον που ήταν.
Κάποτε πριν πολλά χρόνια είχε γνωρίσει το Ρούλη τον πετεινούλη και τον είχε ερωτευτεί παράφορα, σαν να 'τανε πρωτάρα και να, να τον κοιτάει στα μάτια και να,να ντύνεται και να φτιάχνεται μόνο για πάρτη του και να, να μην κοιτάει άλλο αρσενικό και πολλά ακόμα που η συγγραφέας βαριέται να γράψει. Κι ο Ρούλης να κάνει κόνξες και το ένα να του ξινίζει και τ' άλλο να του βρωμάει και μια να βαριέται και την άλλη να νυστάζει. Τι να κάνει κι αυτή έκανε υπομονή γιατί τον αγαπούσε κι όχι τίποτε άλλο πονούσε το μέσα της κάθε που σκεφτόταν να τον αποχωριστεί κι έκανε τα πικρά γλυκά κι ότι θέλει ο Ρούλης.
Κι ο Ρούλης σαν κλασικό αρσενικό, όσο την αισθανόταν καψούρα απολάμβανε τη νίκη του κορδωμένος και με 'κεινο το ξινισμένο βλέμμα του "γαμάω και δέρνω" κι όλο αργούσε κι όλο ξεχνούσε κι όλο βαριόταν. Βέβαια μη φανταστείτε πως η Τούλα δεν τα 'ξερε αυτά τα τερτίπια ή πως δεν ήξερε τι έφταιγε που ο Ρούλης είχε αλλάξει τόσο.Μια χαρά ήξερε αλλά είπαμε ήταν εκείνος ο πόνος μέσα στο στήθος που την σταματούσε κάθε που έπαιρνε την τολμηρή απόφαση να την κάνει.
Κι ο χρόνος κυλούσε κι η Τούλα τώρα πια δεν φτιαχνόταν για κανένα γιατί ο Ρούλης δεν την κοιτούσε πια κι ο πόνος στο στήθος ήταν εκεί ακόμα κι όταν δε σκεφτόταν να φύγει και κάθε φορά που προσπαθούσε να του πει πως ένιωθε εκείνος είχε πάντα κάτι πιο ενδιαφέρον να κάνει.
Κι Τούλα ένιωθε πως ο χρόνος περνούσε μάταια και πως τίποτα δε θα γινόταν πια, κι ένιωθε μόνη και παρατημένη, κι άρχιζε σιγά σιγά να μην αγαπάει τον εαυτό της να μη νιώθει ποθητή και να μη νιώθει πια καθόλου χαρά.
Κι όπως γίνεται στη ζωή των ανθρώπων έτσι και στων ζώων αν δεν πιάσεις πάτο δεν παίρνεις την ανηφόρα. Έτσι μια μέρα η Τούλα ξύπνησε και χωρίς να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος ήξερε πως εκείνη ήταν η μέρα να αλλάξει τη ζωή της. Ντύθηκε στολίστηκε και βγήκε στη γύρα. Η αλήθεια είναι πως της πήρε κάποιο καιρό να ξαναβρεί τον παλιό καλό εαυτό της, όμως σιγά σιγά τα κατάφερε. Η αποτυχία της με το Ρούλη ήταν μια ακόμα επιβεβαίωση πως μερικοί απλά δεν είναι φτιαγμένοι για τον έρωτα. Κι όταν αυτό το δέχτηκε σαν αξίωμα του σύντομου βίου της δεν ξαναασχολήθηκε με τέτοιου είδους "υψηλά" συναισθήματα. Η αλήθεια είναι πως το κρεβάτι της δεν ξανάμεινε άδειο κι ίδια έλεγε συχνά πως η μοναξιά είναι πιο ανεκτή όταν γαμιέσαι. Κάποιος βέβαια είπε, πως την ώρα που βρέθηκε ανήμπορη μπροστά στο χασαπομάχαιρο του αφεντικού φώναξε το όνομα του Ρούλη, αλλά αυτό μπορεί να είναι απλά μια φήμη...