Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Παραμύθια..




Λουσμένη θαλασσινό αλάτι και ξεστρατισμένες αχτίδες ενός ήλιου,
που διεκδικεί την ίδια μοναδικότητα με την γυναίκα ενός ναυτικού,
καθόταν ψυχικά ταραγμένη,
να περιμένει το μέλλον που δεν μπορούσε να ορίσει..
Σα ξυπνάς το πρωί κι αναλογίζεσαι
πως μια μέρα ακόμα θα χαθεί στην αναζήτηση της επιβίωσης,
δεν ξέρεις πια να ξεχωρίζεις
αν ζεις απ' το ένστικτο της
ή από αγάπη για το δώρο της ζωής..
Είναι που ο χρόνος σταματά καθώς εκείνα που θέλουμε είναι μακριά
κι εκείνα που πονάνε μουδιάζουν τη μασέλα μας κάθε που θέλουμε να
σταματήσουμε τις συσπάσεις του προσώπου μας στον πόνο..
Είπα πριν καιρό σε 'κείνη τη γυναίκα που κουβαλάω παρακαταθήκη στο κεφάλι μου,
να παραδωθεί,
να ρθει να ντυθεί με τα ρούχα της φύσης της,
να ξαποστάσει και ν΄αγαπηθεί..
Μα είν΄ η αληθεια και το ψέμα μπλεγμένα κόμπος στο λαιμό της
κι η ψυχή της κουράστηκε να ψάχνει για ξεκούραση σε κακοτράχαλα γκρέμνια,
κι η χαρά έρχεται και φεύγει σα περιπλανώμενος θίασος
που αφήνει πίσω του αναστάτωση και πλαστικά σκουπίδια..
Σαν ελπίζεις η καρδιά σου δε σ΄αφήνει να πεθάνεις,
και σαν αγαπάς η πίκρα γλυκαίνει το στόμα σου απ΄ τα τσιγάρα..
Κι είναι που δε θέλω άλλο να την πικράνω,
μα δε θυμάμαι και ιστορίες με καλό τέλος
να της πω να μαλακώσω τον πόνο της..

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Μεσάνυχτα..



Παίρνω πόζες να ορθώσω το μικρό μου ανάστημα
απέναντι στο θηρίο της μοναξιάς που παραμονεύει να με κατασπαράξει..
Θυμώνω που το ΄χα δαμάσει και τώρα ξαναγύρισε
πιο άγριο και θυμωμένο από πριν..
Η μοναξιά δε μοιάζει με κανένα άλλο θηρίο,
σ΄ αφήνει να το ξεχάσεις και ξαναγυρίζει θεριεμένο
κι ανελέητο να σ΄εκδικηθεί για τον καιρό που αγνόησες την ύπαρξη του..
Φοβάμαι πως δεν έχω πια δύναμη να το αντιμετωπίσω,
δεν είναι που κουράστηκα να μάχομαι το εαυτό μου
μα δεν άντέχω και τον πόνο όπως κάποτε..
Ο πόνος είναι αθροιστικός κι ας λένε πως τον συνηθίζεις με τον καιρό,
ξυπνάς ένα πρωί και ξέρεις πως ακόμα και το τσίμπημα μιας καρφίτσας
μπορεί να σε γονατίσει..
Είναι δύσκολη εκείνη η ώρα που συνειδητά πια ξέρεις
πως έχεις ανάγκη από μαλακάδα
να ξαπλώνεις την καρδιά σου απ΄τη σκληρότητα του κόσμου,
το θόρυβο των αυτοκινήτων,
τις φωνές των παιδιών,
που θες να δίνεσαι από έρωτα,
που δε θες να είσαι πια από μέταλλο αλλά από βαμβάκι..
......................................................
Ωρα μηδέν κι ο κόσμος ανασένει βαθιά
κάνοντας όνειρα που καταλήγουν σε πολλά μηδενικά..
Ίσως κι εγώ κάποτε να έχω αυτή την πολυτέλεια
ισως κάποτε να μη χρειάζεται να ονειρεύομαι τα αυτονόητα σα να ΄ναι θησαυροί..