Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Κι εγώ μεγάλωσα Χαρούλα!!




Χάρις Αλεξίου
Μεγάλωσα
Cd: Η αγάπη θα σε βρει όπου και να 'σαι


Μεγάλωσα
Στο τέρας της πόλης
Ήπια φόβο πολύ, ήπια μόλυνση, ήπια ψέματα
Κατάπια λόγια λιπαρά
Ξεγλίστρησα από τον πόθο μου να μάθω
Κορόιδεψα την δίψα μου να δω ... γιατί είμαι εδώ

Μεγάλωσα
Με αισθήματα χημείας, με στυλ δοσοληψίας
Με βλέμματα συμπάθειας και άσκοπης προσπάθειας
Να είμαστε καλοί
Εμείς;
Άλλο εμείς, άλλο εμείς...

Πάντα γι άλλα μιλάμε- Πάντα γι άλλους
μιλάμε έτσι δεν πονάμε έτσι ξεχνάμε

Μεγάλωσα
Τέρας της οικογενείας
Ανούσιας ευγένειας ψευτο- υποταγή
Ηθοποιός παιδί στο ρόλο του μεγάλου
Δεν μιλάω για βία, μιλάω για βιασμό
Να ζεις την εφηβεία σημαίνει πόλεμο
Με μια εφηβεία λάσπη, στο σιχαμένο άστυ
Ενήλικας νευρωτικός

Μεγάλωσα ... Σύνδεση otenet
Γλυκά από το Pallete,
Μετά Silhouette
Σκεπάζουμε τους πόνους με φαί
Τα όνειρα σε σύνθλιψη αργότερα η κατάθλιψη
Φρικιό του Εγώ με τσαμπουκά ναυάγιο
Πάμε γι άλλα μια ζωή πάμε γι' άλλα
Βάλτο στα πόδια- πονάει πολύ
Σε φτύνω σε φιλώ- δεν σε πάω μα σ' αγαπώ
Παράνοια- διάνοια- επιφάνεια
Επιφάνεια- επιφάνεια- επιφάνεια
Στεριά- Πιάσαμε στεριά
Δάκρυα καφτά μου δάκρυα
Ο πόνος μαλακώνει
Δάκρυα ... Καλά μου δάκρυα- Βιολογικός καθαρισμός

Πάντα γι άλλα μιλάμε- Πάντα γι άλλους μιλάμε
έτσι δεν πονάμε έτσι ξεχνάμε

Μεγάλωσα
Αγάπη πριν το άλφα
Και κάτω απ' το μηδέν το υποσυνείδητο μου
Το χώμα λασπώνει
Τους σάπιους καρπούς ανακυκλώνει

Μεγάλωσα
Μα το παιδάκι κλαίει,
Δεν είναι γιατί φταίει δεν έχει που να πάει
Τα νύχια του μασάει και βρέχει τα σεντόνια
Καλά να πάθει Καλά να πάθει- Καλά να πάθει
Η μάνα του φωνάζει
Του δίνει γάλα, το μαλώνει
Έτσι πια το μεγαλώνει
Πάντα γι άλλους μιλάμε έτσι δεν πονάμε έτσι ξεχνάμε

Μεγάλωσα θα πει να κάνεις το παπί
Να ζεις στην απουσία
Να γίνεις εξουσία
Να μάθεις να γελάς
Και να παραφυλάς
Να παίρνεις αποφάσεις
Να απαγορεύεται να χάσεις

Μεγάλωσα σημαίνει
Να ζεις με αυτό που σ' αρρωσταίνει
Να χτίζεις κι άλλα κεραμίδια
Να βγάζεις τόνους στα σκουπίδια
Να ρίχνεις σ' άλλους τα άδικα
Να βλέπεις πρωινάδικα
Να ακούς πιστά τις αναλύσεις
Να αιμοδιψάς για ειδήσεις
Να λες yew να λες no
Να συνηθίσεις τα πορνό Να πολεμάς στον καναπέ
Να μη μπορείς χωρίς φραπέ

Πάντα για άλλους μιλάμε ...

Μεγαλώνω θα πεί να 'ρχεται η ανατροπή
Οι καιροί να στη φέρνουν
Τα μυαλά σου να γδέρνουν
Να ζητάς να κουρνιάσεις
Να βρίσκεις οάσεις Στις ψυχώσεις των άλλων
Που έχουν για περιβάλλον
Ίδιες φάτσες με σένα
Γόνατα λυγισμένα
Όνειρα ξεχασμένα..

Ότι κι αν πω γι΄αυτό το τραγούδι αλλά και για όλα τα τραγούδια του τελευταίο CD της Χάρις Αλεξιού θα είναι φτωχά..
Αφιερωμένο σε όσους δε φοβούνται να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέπτη με ειλικρίνια..


Καλές Γιορτές!!! (μια και αυτό θα είναι το τελευταίο ποστ του 2009)..
Χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα σε όλους σας!!!!

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009



Φτιαγμένοι από μικρά κομμάτια είμαστε
εικόνες κόσμων που μετουσιώνονται κι αποσυντίθενται στο πέρασμα του χρόνου..
Κι εγώ που δεν τον προφταίνω το χρόνο
κι ας τον αγαπώ,
με την αγάπη και το σεβασμό που 'χει ο μαθητής στο σοφό του δάσκαλο,
γυρνώ τα σοκάκια του κόσμου ψάχνοντας την αλήθεια του..
Στο πέρασμα μου αφήνω την αθωώτητα μου σκουριασμένη,
σαν το ξεραμένο αίμα στο παρθενικό σεντόνι της πραγματικότητας..
Δεν είμαστε φτιαγμένοι από πέτρα μα το πιο μεγάλο μας αμάρτημα
είναι η αποδοχή της όποιας σταθερότητας
σα να ΄ναι η γη ακίνητη
κι χρόνος δημιούργημα της φαντασίας μας..
Κι η γη που με γέννησε
κι αυτή με γέλασε πολλές φορές
κι ο ουρανός που λάτρεψα,
μ' αφηνει μετέωρη να φτερουγίζω
κι η θάλασσα που με νανούριζε,
με τις φουρτούνες της με κούρασε..
Να γείρω θέλω στα χέρια του άγνωστου θεού,
όχι γυναίκα μα άνθρωπος χωρίς πάθη και φύλο
ν' αφουγκραστώ την ανάσα της αγάπης
να νιώσω τη ζεστασιά της αθωώτητας
να κοιμηθώ και να ξεχάσω πως τούτος δω ο κόσμος
με πληγώνει ανεπανόρθωτα με παιχνίδια που δεν θέλω να είμαι συμμέτοχος..

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Ας χαλαρώσουμε..



Τον τελευταίο καιρό χαλαρώνω..
Ελπίζω να σας αρέσει το τραγουδάκι!!
Φιλιά σε όλους μπορεί να μην προλαβαίνω να γράφω στα μπλογκ σας όμως σας παρακολουθώ!!

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Τούλα η αλανιάρα κοτούλα..


Η Τούλα ήταν μια κοτούλα με πολύχρωμα φτερά και καμαρωτό περπάτημα που έκανε τα τροφαντά της οπίσθια να κουνιούνται προκλητικά, κάθε που περνούσε μπροστά από κανένα πετεινό που της φαινόταν ενδιαφέρον τυπάκος. Βέβαια η Τούλα δεν έκανε μόνο αυτό για να είναι η πιο δημοφιλής κοτούλα στο κοτέτσι είχε ένα σωρό κόλπα που έκαναν τ' αρσενικά να τρέχουνε πίσω της σαν παλαβά. Μια της έπεφτε το καλαμπόκι απ' το ράμφος κι έσκυβε επιδεικτικά να το πιάσει, μια καθάριζε τα φτερά της κοιτώντας με νόημα κι άλλοτε απλά περνούσε δήθεν αδιάφορα μα πάντα κοιτώντας με βλέμμα πολλά υποσχόμενο. Η αλήθεια είναι πως τα "κόλπα" έπιαναν μια χαρά τόπο κι όλα τ' αρσενικά τρέχανε από πίσω της πράγμα που την ευχαριστούσε ιδιαίτερα. Πιο πολύ όμως τη διασκέδαζε που οι άλλες κότες ήταν πυρ και μανία μαζί της, που δεν μπορούσαν να σταυρώσουν άντρα.
Το τι της έσουρναν ήταν άλλο πράγμα, εύκολη την ανέβαζαν τσούλα την κατέβαζαν. Την Τούλα απ' την άλλη καθόλου δεν την ένοιαζε πως την έβλεπαν τα υπόλοιπα θηλυκά. αυτή ένα πράγμα την ένοιαζε κι αυτό ήταν να περνάει καλά κι αφού περνούσε καλά, τα υπόλοιπα της ήταν αδιάφορα. Βλέπεις η ζωή είναι μικρή κι από 'κει που είσαι μια χαρωπή κοτούλα, την επόμενη ώρα μπορεί να είσαι βραστή στο κυριακάτικο τραπέζι του αφεντικού.
Η Τούλα δεν ήταν τυχαία και τη ζωή την είχε φιλοσοφήσει και τον εαυτό της αγαπούσε οπότε καθόλου δεν την ενδιέφερε ν' έχει καλό όνομα στην κοινωνία ήθελε μόνο όταν θα ερχόταν αντιμέτωπη με το χασαπομάχαιρο να μπορεί να πει πως έζησε τη ζωή της με όση περισσότερη χαρά μπορούσε.
Βέβαια μη σκέφτείτε πως κι η Τούλα δεν τα είχε φάει τα χαστούκια της ως ζώον που ήταν.
Κάποτε πριν πολλά χρόνια είχε γνωρίσει το Ρούλη τον πετεινούλη και τον είχε ερωτευτεί παράφορα, σαν να 'τανε πρωτάρα και να, να τον κοιτάει στα μάτια και να,να ντύνεται και να φτιάχνεται μόνο για πάρτη του και να, να μην κοιτάει άλλο αρσενικό και πολλά ακόμα που η συγγραφέας βαριέται να γράψει. Κι ο Ρούλης να κάνει κόνξες και το ένα να του ξινίζει και τ' άλλο να του βρωμάει και μια να βαριέται και την άλλη να νυστάζει. Τι να κάνει κι αυτή έκανε υπομονή γιατί τον αγαπούσε κι όχι τίποτε άλλο πονούσε το μέσα της κάθε που σκεφτόταν να τον αποχωριστεί κι έκανε τα πικρά γλυκά κι ότι θέλει ο Ρούλης.
Κι ο Ρούλης σαν κλασικό αρσενικό, όσο την αισθανόταν καψούρα απολάμβανε τη νίκη του κορδωμένος και με 'κεινο το ξινισμένο βλέμμα του "γαμάω και δέρνω" κι όλο αργούσε κι όλο ξεχνούσε κι όλο βαριόταν. Βέβαια μη φανταστείτε πως η Τούλα δεν τα 'ξερε αυτά τα τερτίπια ή πως δεν ήξερε τι έφταιγε που ο Ρούλης είχε αλλάξει τόσο.Μια χαρά ήξερε αλλά είπαμε ήταν εκείνος ο πόνος μέσα στο στήθος που την σταματούσε κάθε που έπαιρνε την τολμηρή απόφαση να την κάνει.
Κι ο χρόνος κυλούσε κι η Τούλα τώρα πια δεν φτιαχνόταν για κανένα γιατί ο Ρούλης δεν την κοιτούσε πια κι ο πόνος στο στήθος ήταν εκεί ακόμα κι όταν δε σκεφτόταν να φύγει και κάθε φορά που προσπαθούσε να του πει πως ένιωθε εκείνος είχε πάντα κάτι πιο ενδιαφέρον να κάνει.
Κι Τούλα ένιωθε πως ο χρόνος περνούσε μάταια και πως τίποτα δε θα γινόταν πια, κι ένιωθε μόνη και παρατημένη, κι άρχιζε σιγά σιγά να μην αγαπάει τον εαυτό της να μη νιώθει ποθητή και να μη νιώθει πια καθόλου χαρά.
Κι όπως γίνεται στη ζωή των ανθρώπων έτσι και στων ζώων αν δεν πιάσεις πάτο δεν παίρνεις την ανηφόρα. Έτσι μια μέρα η Τούλα ξύπνησε και χωρίς να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος ήξερε πως εκείνη ήταν η μέρα να αλλάξει τη ζωή της. Ντύθηκε στολίστηκε και βγήκε στη γύρα. Η αλήθεια είναι πως της πήρε κάποιο καιρό να ξαναβρεί τον παλιό καλό εαυτό της, όμως σιγά σιγά τα κατάφερε. Η αποτυχία της με το Ρούλη ήταν μια ακόμα επιβεβαίωση πως μερικοί απλά δεν είναι φτιαγμένοι για τον έρωτα. Κι όταν αυτό το δέχτηκε σαν αξίωμα του σύντομου βίου της δεν ξαναασχολήθηκε με τέτοιου είδους "υψηλά" συναισθήματα. Η αλήθεια είναι πως το κρεβάτι της δεν ξανάμεινε άδειο κι ίδια έλεγε συχνά πως η μοναξιά είναι πιο ανεκτή όταν γαμιέσαι. Κάποιος βέβαια είπε, πως την ώρα που βρέθηκε ανήμπορη μπροστά στο χασαπομάχαιρο του αφεντικού φώναξε το όνομα του Ρούλη, αλλά αυτό μπορεί να είναι απλά μια φήμη...

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009



Μέρες μόχθου κι απομόνωσης
όταν η χαρά μεταφράζεται σε σχολικές επιτυχίες
και μικρές αγκαλιές γεμάτες αγάπη και φιλιά,
κι η λύπη σε αποτυχημένα διαγωνίσματα
και μοναξιά από εκείνη που νιώθουν
τα γεροντάκια που έχασαν τον άνθρωπο τους πρόωρα.
Σα δε σε φτάνει ο χρόνος να χαίρεσαι
κοιμάσαι νωρίς
να μη θυμάσαι πως θα ταν η ζωή
αν είχες το δικαίωμα να θέλεις..

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Ασκήσεις μοναξιάς..



Ν' αντέχεις την απουσία..
Η απουσία είναι σιωπηλή σαν την αρρώστια,
σε καρατάει καθηλωμένο σε μια νυσταλέα αδράνεια..
Εξοικείωση με το σκοτάδι..
Κάποιοι αφήνουν το φως ανοιχτό τα βράδυα
να μην τρομάζουν απ' τη βοή της σιωπής,
κι άλλοι χτίζουν τα σπίτια τους δίπλα σε πολυσύχναστους δρόμους..
Οι σκέψεις αντικαθιστούν την ομιλία,
ώσπου μια μέρα έρχεται, η οικειοθελής αποχώρηση της..
Αυτή την έλλειψη, έρχεται περιστασιακά ν' αντικαταστήσει,
η πνιχτή κραυγή μιας ασήμαντα εύθυμης ηδονής..
Δυσπιστία..
Η πίστη ανήκει στους αφελείς ονειροπόλους
που ξέχασαν το σώβρακο τους το προηγούμενο βράδυ
στο νυφικό κρεβάτι μιας καθωσπρέπει παρθένας..
Η ύπαρξη σου καθορίζεται μοιραία μόνο σε σχέση με τον αέναο χρόνο
σάμπως προσαρτήθηκες οικειοθελώς στο τάγμα των αιώνια ξεχασμένων..
Δε θέλω να σε παρηγορήσω,
να σου θυμήσω θέλω, πως να παλέψεις το θηρίο,
να σε προστατέψω
απ' τα ξύλινα χέρια που έχουν ξεχάσει ν' αγκαλιάζουν..

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

Κενό..




Κουρασμένη και μόνη μετρούσε το χρόνο σε ταξίδια,
άλλοτε του νου,
κι άλλοτε απο ΄κείνα που σε βάζουνε στη σειρά με τις λιγοστές αποσκευές σου..
Άλλοι γίνονται θαλασσοπόροι για να ξεχάσουν τη στεριά,
κι άλλοι ψάχνοντας χώμα να γεμίσουν το κενό μέσα τους..
Η γη έχει την ικανότητα να γεννά,
κι η θάλασσα να ξεπλένει
τις ανομίες απέναντι στον εαυτό μας..
Όλες της οι ζωές ήταν διαφορετικές
σύμβολα του κόσμου που έψαχνε..
Μα τελικά όσες κι αν ήταν, της άφησαν την ίδια γεύση μοναξιάς,
μιας μοναξιά τόσο μεγάλης και βαριάς
που έφτασε να θεωρεί τα συναισθήματα κατάρα,
και την απομόνωση το μόνο δρόμο να νικήσει την αφελή ανάγκη της ν' αγαπηθεί..

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Εδώ στο Νότο..




Στο νότο φύσηξε Λίβας, καυτός σαν την έλλειψη
δυνατός σαν την επιθυμία..
Τα σύννεφα γκρίζα κατα πως ταιριάζουν στην περίσταση
κι η βροχή μας ξέχασε σαν τη λύτρωση..
Άλλη ήμουν χτες κι άλλη σήμερα
φοράω εκείνο το ρούχο τηw ευθύνης να μη μ' αναγνωρίζει η χαρά..
Άλλοι με θέλουν ευτυχισμένη κι άλλοι δυνατή,
μα εγώ το μόνο που θέλω για μένα,
είναι κλείσω τα μάτια και να κοιμηθώ
μέχρι να σταματήσει, τούτος δω ο αέρας..
Κι όταν ξυπνήσω, να 'χω για χέρια κλαδιά, ριζωμένα στη γη
να μην μπορώ ν' αγναντέψω τη θάλασσα και να θυμηθώ
ν' αποδεχτώ την ακινησία ως μοίρα
και τη φωτιά σαν την αρχή του τέλους μου..

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Παραμύθια..




Λουσμένη θαλασσινό αλάτι και ξεστρατισμένες αχτίδες ενός ήλιου,
που διεκδικεί την ίδια μοναδικότητα με την γυναίκα ενός ναυτικού,
καθόταν ψυχικά ταραγμένη,
να περιμένει το μέλλον που δεν μπορούσε να ορίσει..
Σα ξυπνάς το πρωί κι αναλογίζεσαι
πως μια μέρα ακόμα θα χαθεί στην αναζήτηση της επιβίωσης,
δεν ξέρεις πια να ξεχωρίζεις
αν ζεις απ' το ένστικτο της
ή από αγάπη για το δώρο της ζωής..
Είναι που ο χρόνος σταματά καθώς εκείνα που θέλουμε είναι μακριά
κι εκείνα που πονάνε μουδιάζουν τη μασέλα μας κάθε που θέλουμε να
σταματήσουμε τις συσπάσεις του προσώπου μας στον πόνο..
Είπα πριν καιρό σε 'κείνη τη γυναίκα που κουβαλάω παρακαταθήκη στο κεφάλι μου,
να παραδωθεί,
να ρθει να ντυθεί με τα ρούχα της φύσης της,
να ξαποστάσει και ν΄αγαπηθεί..
Μα είν΄ η αληθεια και το ψέμα μπλεγμένα κόμπος στο λαιμό της
κι η ψυχή της κουράστηκε να ψάχνει για ξεκούραση σε κακοτράχαλα γκρέμνια,
κι η χαρά έρχεται και φεύγει σα περιπλανώμενος θίασος
που αφήνει πίσω του αναστάτωση και πλαστικά σκουπίδια..
Σαν ελπίζεις η καρδιά σου δε σ΄αφήνει να πεθάνεις,
και σαν αγαπάς η πίκρα γλυκαίνει το στόμα σου απ΄ τα τσιγάρα..
Κι είναι που δε θέλω άλλο να την πικράνω,
μα δε θυμάμαι και ιστορίες με καλό τέλος
να της πω να μαλακώσω τον πόνο της..

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Μεσάνυχτα..



Παίρνω πόζες να ορθώσω το μικρό μου ανάστημα
απέναντι στο θηρίο της μοναξιάς που παραμονεύει να με κατασπαράξει..
Θυμώνω που το ΄χα δαμάσει και τώρα ξαναγύρισε
πιο άγριο και θυμωμένο από πριν..
Η μοναξιά δε μοιάζει με κανένα άλλο θηρίο,
σ΄ αφήνει να το ξεχάσεις και ξαναγυρίζει θεριεμένο
κι ανελέητο να σ΄εκδικηθεί για τον καιρό που αγνόησες την ύπαρξη του..
Φοβάμαι πως δεν έχω πια δύναμη να το αντιμετωπίσω,
δεν είναι που κουράστηκα να μάχομαι το εαυτό μου
μα δεν άντέχω και τον πόνο όπως κάποτε..
Ο πόνος είναι αθροιστικός κι ας λένε πως τον συνηθίζεις με τον καιρό,
ξυπνάς ένα πρωί και ξέρεις πως ακόμα και το τσίμπημα μιας καρφίτσας
μπορεί να σε γονατίσει..
Είναι δύσκολη εκείνη η ώρα που συνειδητά πια ξέρεις
πως έχεις ανάγκη από μαλακάδα
να ξαπλώνεις την καρδιά σου απ΄τη σκληρότητα του κόσμου,
το θόρυβο των αυτοκινήτων,
τις φωνές των παιδιών,
που θες να δίνεσαι από έρωτα,
που δε θες να είσαι πια από μέταλλο αλλά από βαμβάκι..
......................................................
Ωρα μηδέν κι ο κόσμος ανασένει βαθιά
κάνοντας όνειρα που καταλήγουν σε πολλά μηδενικά..
Ίσως κι εγώ κάποτε να έχω αυτή την πολυτέλεια
ισως κάποτε να μη χρειάζεται να ονειρεύομαι τα αυτονόητα σα να ΄ναι θησαυροί..

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

ΔΙΑΚΟΠΕΣ

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΕΛΟΣ..
Κ ΕΠΕΙΔΗ ΦΕΤΟΣ ΛΟΓΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΥΣΧΕΡΙΩΝ ΚΑΝΑΜΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΜΑΣ..
ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΑ ΠΩς ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΥ ΤΥΧΕΡΟΙ..
ΚΙ ΑΝ ΔΕ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΚΑΜΑΡΩΣΤΕ ΤΟ ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΝΗΣΙ ΚΑΙ ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΝΑ ΖΗΛΕΨΕΙ ΑΠ' ΤΗΝ ΚΑΡΑΙΒΙΚΗ?

ΞΗΡΟΚΑΜΠΟΣ-ΣΗΤΕΙΑ



ΒΑΪ-ΣΗΤΕΙΑ




ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΜΟ



ΜΟΝΗ ΠΡΕΒΕΛΗ





ΜΠΑΛΟΣ-ΧΑΝΙΑ







ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ-ΧΑΝΙΑ


ΚΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΜΕ ΜΕΓΙΣΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΑΠ' ΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΤΙΣ 3 ΩΡΕΣ..
ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΟΤΙ ΠΟΛΛΟΙ ΑΠΟ ΕΣΑΣ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΞΟΔΕΥΕΤΕ ΤΟΣΟ ΧΡΟΝΟ ΝΑ ΠΑΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΤΕ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΑΣ..

ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Αφιερωμένο..



Πέρα απ' το κόκκινο των στίχων της ηδονής,
υπάρχει μια απαλή απόχρωση του λευκού
για να 'χει να κοιμάται ο έρωτας τα βράδια..
Να 'χω κι εγώ να βρίσκω μαλακάδα
να ξαπλώνω την κουρασμένη μου καρδιά..
Να αναβιώνω με συγκίνηση τα πρώτα σκιρτήματα της νιότης μου
και να φτιάχνω όνειρα γλυκά και τρυφερά,
απο 'κείνα που οι μεγάλοι λογίζουν απατηλά κι άπιαστα..
Νιώθω μια ευτυχία απροσδιόριστη
κι εκείνη την υπόσχεση του άγνωστου θεού
ψιθυριστά στ' αυτί μου
πως ο χρόνος πια δε μου παίρνει, μα μου δίνει
πως οι ήρωες δε βλέπουν ναυάγια, μα γοργόνες
και πως οι νικητές δεν γίνονται με πόνο, μα με αγάπη..
Αν είχα να τιμήσω με ευγνωμοσύνη το χρόνο
θα του 'φτιαχνα βωμό
βράχο στη θάλασσα και ξωκλήσι
να βάλω πάνω την ψυχή μου να την ποτίσει η θάλασσα
κι όσο πιο μαλακή θα γίνεται τόσο πια να χαμογελώ
που σκότωσα το θηρίο του φόβου μου..

Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Πανσέληνος..






Στίχοι: Χαρούλα Αλεξίου
Μουσική: Χαρούλα Αλεξίου
Πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου

Στην μέση ενός μικρού σπιτιού που 'χω νοικιάσει
το γέλιο ενός μωρού παιδιού με έχει αγκαλιάσει.
Τα ζήτησα όλα απ' τη ζωή μου, τα πλήρωσα με τη ψυχή μου
να έχει ένα τόπο η καρδια πριν να γεράσει...

Έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
είναι αλλιώτικη η σιώπη χωρίς παρέα.
Δεν νοιώθω θλίψη, μα μου΄χει λείψει
το κοριτσακι αυτό που αγάπησες τυχαία.
Δεν νιώθω θλίψη, μα μου 'χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου, που τα 'κανε ολα ωραία.

Είναι σκλήρο για μια γυναίκα να 'ναι μόνη
στο λέω τώρα που η αλήθεια δεν θυμώνει.
Όση και να 'ναι η δύναμή μου, θέλω έναν άνθρωπο μαζί μου
Η μοναξιά στήνει παγίδες και πληγώνει...

Μα έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
το σπίτι μου έρημο μα κάνουμε παρέα.
Δεν νοιώθω θλίψη, μα μου 'χει λείψει
το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τοιχαία.
Δεν νοιώθω θλίψη, μα μου 'χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου, που τα 'κανε ολα ωραία.


Λυπάμαι που δεν έγραψα εγώ αυτούς τους στίχους..

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Μοναξιά..


Μοναξιά σα να λέμε έρημος
κόκκινοι αμμόλοφοι στη μέση του πουθενά..
Παλιά μ' άρεσε το κόκκινο
του ήλιου που δύει,
της γυναίκας που ποθεί,
του αίματος που δίνει ζωή..
Παγώνω που είναι άνοιξη στην έρημο μου,
που ξέχασε να βρέξει να φυτρώσουν λουλούδια
που θα περιπλανιέμαι μέρα νύχτα ψάχνοντας νερό
κι όταν το βρίσκω δε θα με δροσίζει..
Η θύμηση εκείνη πιο πολύ απ' όλα φταίει
η αυταπάτη του γάργαρου νερού
του πράσινου των δέντρων
του χρώματος των λουλουδιών..
Θυμώνω κάθε που πρέπει να ξεχάσω
σα να 'ναι αμαρτία η θύμηση..
Λευκό ρούχο που χάνεται στο κόκκινο της ερήμου
η ελπίδα μου..

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Mankind is no island..




Μου το έστειλε ο καλύτερος μου φίλος με το σχόλιο: "Συγκλονιστικό!"
Ένιωσα υποχρεωμένη να το μοιραστώ μαζί σας..

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Αλήθειες και ψέματα..



Χωρισμένοι στη μέση,
γεμάτοι και άδειοι ταυτόχρονα
κινούμαστε ανάμεσα σε λιμάνια, αεροδρόμια και εθνικές οδούς
σάμπως εκείνα που ψάχνουμε είναι θησαυροί κρυμμένοι,
κι εμείς με μόνο έπαθλο την ίδια μας την ελπίδα,
ταγμένοι κυνηγοί τους..
Κι εκείνος ο σταθμός απέναντι να μου θυμίζει πόσο εφήμερη
είναι η παραμονή μου στο μισό μου κόσμο..
Νομίζω θα φύγω απ' αυτή τη ζωή με την ίδια απορία
για την αλήθεια και το ψέμα
γιατί η αλήθεια μου μπορεί να είναι το δικό σου ψέμα
κι άλλοτε ένα ψέμα να γίνει ελπίδα για τον καθένα μας..
Ειλικρινά δεν ξέρω αν θ' άλλαζα την ελπίδα μου
με χίλιες αλήθειες σκληρές και κοφτερές σαν μαχαίρια..
Κάθε που ζω το παραμύθι μου επιτρέπω στον εαυτό μου
να γίνεται παιδί στον κόσμο των μεγάλων
κι έφηβος ασυμβίβαστος στο δίκαιο των ισχυρών..
Είναι αυτό που κάνει τον έρωτα,
από είδος εμπορεύσιμο,
σε κήπο συναισθημάτων
κι εμένα ερωμένη που ζητάει ικετευτικά
να γίνει το παραμύθι της
και δικό σου..

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Βιαστικά φιλιά..


Είναι εκείνη η στιγμή,
που αποχαιρετώ τα μάτια σας τα λαμπερά,
που με κόβει μαχαίρι..
Και που το βράδυ της ανάστασης αλλού θα είμαι, κι αλλού εσείς..
Κι ο χρόνος που τρέχει
κι κούραση που με παραμορφώνει
κι όλα εκείνα που εσείς δεν καταλαβαίνεται
και που δεν ξέρω πια αν η αγάπη που σας έχω βρίσκει λόγια να ειπωθεί
μέσα στην ταχύτητα που ρέει ο χρόνος..
Κι είναι που νιώθω λίγη σε κάθε νούμερο παπουτσιού σας που αλλάζει,
και σε κάθε κουβέντα που μου φωνάζει πόσα δεν πρόλαβα,
και πόσα ακόμα δε θα προλάβω..
Κι αν μπορούσα το ελάχιστο πολύ να κάνω
κι είχα λίγη ξεκούραση να νιώσω ξεγνοιασιά
κι εκείνο το παιδί που έχασα μπορούσα κάπου να ξεθάψω
ίσως τότε να μην πονούσα κάθε που σας φιλάω βιαστικά..

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Ελευθερία και λοιπά δαιμόνια


Δεν έχει νόημα να κυνηγάς τ' άπιαστο
η αγάπη είναι δώρο
και σα δώρο πρέπει να δίνεται δωρεάν,
γιατί σαν το πληρώσεις δε λογίζεται πια δώρο,
μα εμπορική συναλλαγή..
Κι αν με ρωτήσει κανείς θα πω,
πως τυχεροί είναι εκείνοι
που ξυπνούν μετά απο χρόνια δίπλα στο ίδιο οικείο σώμα
χωρίς να βαρυγκομούν για 'κεινα που έδωσαν
μα κυρίως χωρίς να χρειάζεται να ζυγιάσουν εκείνα που πήραν
αναγνωρίζοντας πως καθετί που πεθαίνει
γίνεται τροφή για να γεννηθεί κάτι άλλο..
Εμείς οι υπόλοιποι,
μέλλει να μείνουμε κυνηγοί της ελευθερίας,
συλλέκτες στιγμών,
κι αιώνιοι οπαδοί του ανικανοποίητου,
που στερημένοι απ' την ικανότητα
ν' αναγνωρίζουμε την αξία της προσφοράς,
θα περιφρονούμε κομπάζοντας εκείνο το τσαμπί με τα σταφύλια
που ποτέ δεν έφτασε το μπόι μας για να τα γευτούμε..

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Διαδρομές..


Μου αρέσουν οι νύχτες στην πόλη,
τότε που τα φώτα μοιάζουν με πυγολαμπίδες..
Αυτοκίνητα ανεβοκατεβαίνουν την εθνική..
Τελικά η ζωή στη άσφαλτο δε σταματάει ποτέ..
Παράθυρα κλειστά και ψιλόβροχο,
το μυαλό μου ταξιδεύει μαζί σου
κι οι αισθήσεις μου σε ζητάνε..
Δεν υπαρχει κάτι να παραστήσει την απουσία του έρωτα
αν υπήρχε, θα ήταν ένα κενό
από 'κεινα που φτιάχνουν οι επιστήμονες σε οθόνες υπολογιστών..
..όσο περισσότερα μαθαίνω τόσο πιο λίγα ξέρω..
Ο κόσμος μου γυρνάει γύρω απ' τις ίδιες σκέψεις,
ονειροβατώ κάθε που σε θυμαμαι,
ταξιδεύω κάθε που σε μυρίζω,
και συνήθως καταλήγω
και να μην προλαβαίνω τον άπιαστο το χρόνο..

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Η Σούλα η μελιτσούλα..


Σα να λέμε:
..τι μπορεί να κάνει ένα λάθος
"τ"


Η Σούλα η μελιτσούλα ήταν μια συνηθισμένη μελισσούλα με κανονικές κίτρινες και μαύρες γραμμούλες κι ένα τροφαντό κωλαράκι που κατέληγε σ' ένα σουβλερό και επικίνδυνο κεντρί.
Βέβαια η μαμά της της είχε πει απ' όταν πολύ μικρή πως αν το χρησιμοποιούσε θα έχανε και τη ζωή της κι έτσι η Σούλα αποφάσισε πως καλό ήταν το κεντρί, αλλά αυτή δε θα το χρησιμοποιούσε ποτέ μια και της άρεσε πολύ η ζωή.
Βέβαια η Σούλα δεν ήταν καμιά βασίλισσα μέλισσα ήταν μια απλή εργάτρια που έπρεπε όλη μέρα να δουλεύει σκληρά και να εναποθέτει τον κόπο της στην κυψέλη για να τον απολαμβάνουν η βασίλισσα και οι γκόμενοι της οι κηφήνες.
Στην αρχή δεν την πείραζε αφού της είχαν πει πως αυτός ήταν ο προορισμός της σ' αυτόν τον κόσμο, όμως όσο ο καιρός περνούσε και τα βράδια ξάπλωνε κουρασμένη στο κρεβατάκι της να κοιμηθεί αναρωτιόταν γιατί αυτή δεν μπορούσε να περνάει όπως η βασίλισσα μέλισσα. Γιατί κι αυτή δεν μπορούσε να γλεντοκοπάει κάθε βράδυ και ν' αλλάζει τους γκόμενους σαν τα πουκάμισα.
"Δεν υπάρχει γιατί απλά δεν έχεις γεννηθεί βασίλισσα, δεν είσαι τόσο όμορφη όσο η βασίλισσα, δεν είσαι τόσο αεράτη όσο η βασίλισσα μα κυρίως δεν έχεις όσα έχει η βασίλισσα" της είπε μια μέρα η μητέρα της απαντώντας στις ερωτήσεις της σχετικά με το θέμα.
Την επόμενη στιγμή η Σούλα κοιταζόταν στον καθρέπτη προσπαθώντας να δει τι της λείπει,μια χαρά κορίτσι ήταν και την ωραία της μεσούλα είχε και ωραία βυζάκια και μια χαρά στητό κωλαράκι, τίποτα δεν της έλειπε εκτός απ' το γεγονός ότι δεν είχε γεννηθεί βασίλισσα και ότι δεν ήταν τόσο περιποιημένη όσο η βασίλισσα.
Εκείνη τη στιγμή της ήρθε μια ιδέα, από την επόμενη μέρα δε θα δούλευε τόσο σκληρά θα δούλευε λιγότερο και θα αφιέρωνε περισσότερο χρόνο στον εαυτό της.
Έτσι ενδιάμεσα στο ωράριο ξέκλεψε λίγο χρόνο και πήγε κομμωτήριο και έφτιαξε το μαλλί της και αγόρασε μερικά πιο όμορφα ρουχαλάκια. Επίσης φρόντισε να φυλάξει λίγο νέκταρ απ' αυτό που μάζεψε. Έτσι σιγά σιγά η Σούλα δούλευε λιγότερο, ασχολιόταν περισσότερο με τον εαυτό της και φρόντιζε να φυλάει λίγο νέκταρ απ' τους κόπους της κάθε μέρα. Η επιστάτρια βέβαια της κυψέλης δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη μαζί της και της έλεγε πως αν συνεχίσει έτσι γρήγορα θα τη διώξουν και θα ψάχνει μέρος να μείνει.
Κι όσο ο καιρός περνούσε τόσο πιο όμορφη γινόταν η Σούλα και τόσο πιο πολύ νέκταρ μάζευε και τόσο πιο πολύ θύμωνε μαζί της η επιστάτρια.
'Ώσπου μια μέρα η επιστάτρια της έδειξε το δρόμο της εξόδου απ' την κυψέλη. Η Σούλα αντί να λυπηθεί που άφηνε την κυψέλη ένιωσε ξαλαφρωμένη και κατευθύνθηκε να γνωρίσει τον κόσμο χωρίς να έχει πλέον κανένα ανάγκη.
Ένιωθε πως η ζωή της άρχιζε από την αρχή ήταν σα να ξαναγεννιόταν από δω και πέρα θα μάζευε μόνο όσο νέκταρ χρειαζόταν η ίδια και ο υπόλοιπος χρόνος θα ήταν δικός της για να απολαμβάνει τη ζωή.
Έτσι ξεκίνησαν όλα στην αρχή απλά απολάμβανε τους χυμούς των λουλουδιών χωρίς να έχει να δώσει λογαριασμό σε κανένα έκανε παρέα με όποιο έντομο της ερχόταν και γενικά έκανε ότι της κάπνιζε.
Οι άλλες μέλισσες της κυψέλης τη συναντούσαν στην εξοχή και συχνά την κακολογούσαν που έκανε ότι ήθελε που γύριζε με τον ένα και τον άλλο μα κυρίως που αρνήθηκε τη μοίρα της.
Στο βάθος ζήλευαν που δεν μπορούσαν κι αυτές να κάνουν το ίδιο, πες από φόβο πες από αποδοχή του πεπρωμένου τους, και της γύριζαν την πλάτη. Η αλήθεια είναι πως αυτό στοίχισε πολύ στη Σούλα ειδικά όταν μια μέρα είδε πως κάποιος είχε κάνει το όνομα της στο κουδούνι του σπιτιού της από "Σούλα η Μελισσούλα" σε "Σούλα η Μελιτσούλα".
Στην αρχή πειράχτηκε και σκέφτηκε να ξαναλλάξει το όνομα στο κουδούνι και να το ξαναγράψει όπως πριν όμως μετά που το ξανασκέφτηκε ένιωσε μια ικανοποίηση που την επόμενη μέρα το πρωί δε θα σηκωνόταν απ' το χάραμα να μαζεύει νέκταρ και δε θα ζούσε μέχρι να πεθάνει τη ζωή των ομοίων της.
Χαμογέλασε πονηρά έβαλε τα πιο όμορφα ρούχα της και κατευθύνθηκε σ' έναν επιγραφοποιό "Θα ήθελα να μου φτιάξετε μια επιγραφή με μεγάλα λαμπερά γράμματα
που να λέει πάνω 'Σούλα η Μελιτσούλα'"..

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

Άνοιξη..


Σα να λέμε..
ΕΡΩΤΑΣ

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Παρακαταθήκες..


Η φωτό είναι της μικρής μου φίλης της Λυδίας


Είχε γράψει για τον έρωτα σε κίτρινες περγαμηνές
παρακαταθήκες στον εαυτό της να μην ξεχάσει..
Κάθε που έγραφε μια γραμμή έφτιαχνε μια ανάμνηση
με την ελπίδα σαν την προδώσει ο νους να έχει να θυμάται
πως έμαθε να επιπλέει στον κόσμο των συναισθημάτων..
Όσο πιο λίγο πίστευε τόσο πιο σημαντικές γίνονταν οι λέξεις,
σκαλίσματα στο δέρμα του μυαλού
καρτ-ποστάλ τόπων που επισκέφτηκε και
κάποτε θα νοσταλγούσε..
Συχνά αναρωτιόταν με ποιά μονάδα μετριέται
η αγωνία της συνάντησης,
σε πόσα καρδιοχτύπια ο χρόνος μέχρι την επόμενη αγκαλιά,
σε πόσες σελίδες γράφεται μια ιστορία αγάπης..
Κι άλλοτε πάλι πόσο κρατάει ο πόνος του έρωτα
και πόσο του αποχωρισμού η πληγή..
Σε ποια γλώσσα μιλάς στην ψυχή του άλλου
και ποιο άγγιγμα σε ξεχωρίζει από τα άλλα χέρια..
Κι έμεινε εκεί να γράφει,
μέχρι να ξαναβρεί κουράγιο να ξαναζήσει..

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

"Ακόμα και οι καουμπόισες μελαγχολούν.."



Ο τίτλος είναι δανεισμένος από ομώνυμο βιβλίο του Τ.Ρόμπινς που τελικά δεν κατάφερα να διαβάσω ποτέ ως το τέλος..



Οι τελευταίες μέρες κυλούσαν αργά και βασανιστικά για τη Καλάμιτι-Τζόρτζια (το όνομα της το είχαν δώσει καθώς όταν γεννήθηκε είχε γίνει μια μεγάλη καταστροφή στην πολιτεία της Τζόρτζια). Είχε μείνει να περιμένει τον Λάκι-Σάκι πολλές μέρες να γυρίσει από μια από τις συνηθισμένες του επιδρομές για χρυσάφι άλογα και περιπέτεια. Η αλήθεια είναι πως βαριόταν θανάσιμα μα κυρίως τον αναζητούσε και θα ήθελε πολύ να είχε πάει μαζί του όπως γινόταν συνήθως, όμως ο Λάκι-Σάκι ήταν ανένδοτος. "Αυτή τη φορά θέλω να είμαι μόνος μου, είναι για μένα σημαντικό!" της είχε πει αυστηρά. Η Καλάμιτι-Τζόρτζια το πήρε βαριά γιατί έτσι κι αλλιώς τον τελευταίο καιρό την είχε στο κλάσιμο και κάθε φορά που προέκυπτε καμιά καλή ληστεία σε τρένο όλο και κάποια δικαιολογία της έβρισκε για να μην πάει μαζί του.
Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες η Καλάμιτι-Τζόρτια θα τον είχε γράψει στο καλοξυρισμένο αιδείο της και θα είχε καβαλήσει το άλογο της για την επόμενη πόλη όμως αντί αυτού κατευθύνθηκε στο πιο κοντινό σαλούν κι έγινε λιώμα στις μπύρες.
Έτσι καθώς τα έπινε με τον Μπάρτεντερ που την ήξερε από παλιά, αναρωτιόταν που είχαν πάει εκείνες οι καλές μέρες που τη σεβόταν όλη η άγρια Δύση και τα περίχωρα.
Η Καλάμιτι-Τζότζια είχε για χρόνια δική της συμμορία και η αλήθεια είναι πως ο επαγγελματικός ανταγωνισμός την έφερε κοντά με το Λάκι-Σάκι που ήταν ένας εξίσου αξιοσέβαστος καουμπόι. Τα κατορθώματα της ήταν γνωστά απ' άκρη σ' άκρη στα σαλούν της Δύσης κι όποτε ξαπόσταινε σε κανένα απ' αυτά οι θαμώνες σιγοψυθίριζαν ο ένας στον άλλο το όνομα της κι όλο και κάποια ιστορία είχαν να διηγηθούν ο ένας στον άλλο. Οι ιστορίες μπορεί να μην ήταν παντα αληθινές, καθώς η αλήθεια αλλάζει από στόμα σε στόμα, αλλά όπως και να 'χει κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της.
Έδω αρκετό καιρό όμως η ζωή της είχε αλλάξει ριζικά, δεν ήταν πια το σκληρό θηλυκό της άγριας Δύσης. Για την ακρίβεια κανένας δε θυμόταν τα κατορθώματα της και τις επιδόσεις της στο λάσο, τις επιδρομές της για χρυσάφι και την ακρίβεια της στο σημάδι.
Η Καλάμιτι-Τζόρτζια ήταν πια ένας μύθος, γιατί τον πρώτο καιρό μεν όλοι μιλούσαν για το αχτύπητο δίδυμο Καλάμιτι Λάκι όμως όσο ο καιρός περνούσε η Καλάμιτι-Τζόρτζια έχανε το ενδιαφέρον της για την περιπέτεια και μεγάλωνε το ενδιαφέρον της για το Λάκι-Σάκι. Κοινώς η Καλάμιτι-Τζόρτζια ήταν καψούρα και δεν την πείραζε καθόλου γιατί με το Σάκι-Λάκι είχε ότι και πριν συν το συναίσθημα κάτι που είχε παραγκωνίσει τα σκληρά χρόνια της επιβίωσης στην Άγρια Δύση.
Και για να μη μακρυγορώ η Καλάμιτι-Τζόρτζια από σκληρό θηλυκό έγινε ένα κομμάτι μάλαμα, άρχισε να φοβάται μην πάθει ο Λάκι-Σάκι τίποτα σε καμιά ληστεία και να θέλει αγκαλίτσες και φιλάκια αντί για κόντρες στο σημάδι. Έγινε δλδ αυτό που πάντα σιχαινόταν, μια κανονική γυναίκα. Δεν ήταν ο Λάκι-Σάκι που την είχε αλλάξει αλλά ο έρωτας. Ο φόβος της απώλειας, η ανάγκη της μυρωδιάς του Λάκι-Σάκι,η επιθυμίας της να καβαλάει μόνο αυτόν κι όχι το άλογο της.
Ο Μπαρτέντερ την κοιτούσε ώρα πολλή σαν να προσπαθούσε διακριτικά να μαντέψει τις σκέψεις της. "Τι σου συμβαίνει Καλάμιτι-Τζόρτζια;" είπε
Η Καλάμιτι-Τζόρτζια σήκωσε τα μελαγχολικά μάτια της απ' το ποτήρι της μπύρας, τον κοίταξε με νόημα και του είπε σε άπταιστα αγγλικά "Even Cowgirls get the Blues!!".
Άφησε τα χρήματα πάνω στον πάγκο και εξαφανίστηκε. Κανείς δεν έχει μάθει μέχρι σήμερα που πήγε, κι ο Λάκι-Σάκι δεν έψαξε ποτέ να τη βρει, γιατί πλέον την έβρισκε θανάσιμα βαρετή. Κάποιοι είπαν ότι έγινε καλόγρια κι έφυγε με μια ιεραποστολή και κάποιοι άλλοι ότι έγινε πουτάνα στο πιο μεγάλο σαλούν του Γουοσινγκτον Ντι Σι...



Στη φωτό είναι το καπέλο της Αλήτισσας που είπε φέτος να ντυθεί Καουμπόισα!!

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Αντικατοπτρισμοί..


Μετέωρη, βράχος στη άκρη του γκρεμού στέκομαι..
Κουρασμένη να μοχθώ για την καθημερινότητα..
Άδεια, σαν μπαλόνι που δεν μπορεί να πετάξει πια ψηλά..
Ανισόρροπη, απ' την αβεβαιότητα..
Ξένη, από τον ίδιο μου τον εαυτό..
Ψάχνω, την άκρη ενός νήματος που θα με οδηγήσει στη γαλήνη..
Ταλαντεύομαι κουρασμένη ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει..
Μέρες ίδιες, νύχτες κενές..
Έμαθα να περιοδεύω το κενό με οικείοτητα..
Δε νιώθω χαρά, μια λύπη με κρατάει δέσμια..
Συγχώρεσε με εαυτέ μου που κάθε φορά σε προδίδω με τη ματαιδοξία μου,
έλα ν' αγκαλιαστούμε επιτέλους, ν' αγαπηθούμε
να με συγχωρέσεις που έχω ανάγκη να πιστεύω
να με χαιδέψεις όπου πονάω..
Μόνο εσένα έχω..

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009




Χρόνια πολλά σε όλους τους ερωτευμένους..




Παιδιά ζητώ συγγνώμη αλλά "παίζοντας" με το Blog μου έκανα μια βλακεία και δε δεχόταν σχόλια τώρα το διόρθωσα..

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Πρόκληση..



Στην πραγματικότητα δε θυμόταν και πολλά απ' την προηγούμενη της ζωή,
κάθε φορά που ξαναγεννιόταν,
η μνήμη της αποθήκευε τις εμπειρίες του παρελθόντος
σα σήματα κινδύνου στο λογισμικό του μυαλού της
και τις χρησιμοποιούσε μονάχα προειδοποιητικά ανάλογα με τις ανάγκες..
Αν ένα σήμα κινδύνου μπορεί να λογιστεί ως παράγοντας ωριμότητας,
θα μπορούσε κανείς να πει,
πως η μετάβαση της απ' τη μια ζωή στην επόμενη την είχε ωφελήσει με κάποιο τρόπο..
Κανείς δεν ξέρει ποιός αδιευκρίνιστος ψυχισμός
την οδηγούσε να μεταλλάσεται κάθε φορά σε κάτι διαφορετικό..
Τη ξαναείδα με αυστηρό ταγέρ και χαμηλά παπούτσια..
Μέσα απ' το σακάκι φορούσε άσπρο πουκάμισο και γυαλιά δασκαλίστικα..
Είχε τα μαλλιά πιασμένα για να συμπληρώνουν την αρτηριοσκληρωτική εικόνα της γκόμενας που δε γουστάρει πολλά πολλά στο κρεβάτι..
Έμεινα να στέκομαι να την κοιτάζω
με τη σιγουριά του ανθρώπου που ξέρει τι ακριβώς
έκρυβε κάτω απ' το απρόσιτο ταγεράκι..
Δεν πρέπει να με γνώρισε
όμως όταν τα βλέματα μας συναντήθηκαν,
είδα τη λαγνεία που τόσο πολύ ήθελε να κρύψει..
Ποτέ δε θα μάθω αν ήταν κάτι που έβλεπα μόνάχα εγώ
ή μπορούσαν να το δουν όλοι οι περαστικοί
που έτυχε να συναντήσουν το βλέμμα τους μαζί της..
Απομακρύνθηκε κουνώντας προκλητικά τον κώλο της
για όση ώρα μπορούσα να τη δω..
Θύμωσα με τον εαυτό μου,
που ήμουνα η αιτία των χαμηλών παπουτσιών και των αυστηρών γυαλιών..
Τη θυμήθηκα με γόβες στιλέτο και διάφανα εσώρουχα
κι αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα ποτέ
να την απαλλάξω απ' το βάρος της ίδιας μου της απόρριψης..

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

Εξομολόγηση..


Η αλήθεια είναι πως τον τελευταίο καιρό ούτε χρόνο έχω για Blogging αλλά ούτε και έμπνευση. Συχνά όταν πλησιάζει ένας κίνδυνος τον διαισθάνομαι μ' ένα παράξενο τρόπο, σαν να επικεντρώνεται το μυαλό μου σε μια παράξενη διεργασία ηρεμίας σα να προετοιμάζονται οι αισθήσεις μου για να τον αντιμετωπίσουν. Παράξενο πράγμα η διαίσθηση ή μήπως δεν είναι τελικά διαίσθηση και είναι το αυταπόδεικτο που απλά το είναι μου, αρνείτε να το δει;
Ο καθένας μας φτιάχνει τον κόσμο του κατά πως τον βολεύει, με γνώμονα την ανάγκη, τα θέλω και την πίστη του στους ανθρώπους και κατ' επέκταση στον ίδιο του τον εαυτό.
Είναι φορές που κρυώνουμε κάτω απ' τη μάλλινη μας κουβέρτα κι εκτιμάμε την ανάγκη βάσει της έλλειψης κι άλλοτε απαλλαγμένοι απ' την έλλειψη μακαρίζουμε την απώλεια.
Παράξενα πλάσματα είμαστε.

Σας φιλώ όλους καληνύχτα..

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Σταγόνες ψυχής..


Είναι εκείνες οι φορές που ο εαυτός μας περιορίζεται σε μια μικρή κουκίδα,
μια τελεία χωρίς πρόταση, ένα σημείο στίξης χωρίς κανένα μέρος του λόγου να αναφερθεί..
Αναρωτιέμαι αν είναι που μεγαλώνω και τα όρια μου στενεύουν σε ένα κλοιό αυτάρκειας που αγγίζει τα όρια της απομόνωσης ή απλός ρατσισμός σε καθετί έξω απ' την εμβέλεια μου..
Ότι κι αν είναι δε μου αρέσει, γιατί μου μοιάζει με την αγριότητα του ανθρώπου που μεγαλώνει στα βουνά κι ο κόσμος τον τρομάζει ή το φόβο ενός ανθρώπου της πόλης στη θέα μιας απόκρημνης χαράδρας..
Είναι και που έχτισα τα θεμέλια της ζωής μου στην άμμο κι έχω βαρεθεί να ξαναφτιάχνω κάστρα σε κάθε φουσκοθαλασσιά..
Είναι που η μοιρασιά του εαυτού μου πάντα κάποιον αδικεί και πρώτα εμένα..
Είναι που η κάθε μέρα είναι ξεκίνημα απ' το μηδέν κι εγώ νιώθω πλέον τόσο κουρασμένη να προσπαθώ να φτάσω μέχρι το επόμενο πρωινό..
Μπορεί να φταίνε και τα ίδια τα αποσιωποιητικά που βάζω σε κάθε πρόταση και πίσω από κάθε σκέψη να κρύβονται χιλιάδες ανείπωτοι φόβοι..
Κι ας μη φοβάμαι κατά πως συνηθίζουν να μου λένε κι ας ξυπνάω κάθε πρωί ετοιμοπόλεμη..
Κανείς δεν ξέρει πως οι ψυχές μας βιώνουν την απομάκρυνση από τον κόσμο..
Γιατί και το υγρό που εξατμίζεται γίνεται ορατό μόνο δια της απουσίας του..

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

Ο καλός λύκος και η άταχτη κοκκινοσκουφίτσα..


Ή αλλιώς πως ο κακός λύκος έγινε καλός..

Μια φορά κι έναν καιρό στο γνωστό δάσος των παραμυθιών ζούσε ένας πολύ Κακός Λύκος, για την ακρίβεια ήταν ένας από τους πιό κακούς λύκους όλων των παραμυθιών, ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων των καλών κοριτσιών που είχαν γιαγιάδες στο δάσος και ο κρυφός πόθος όλων των άταχτων κοριτσιών που χρησιμοποιούσαν τη γιαγιά σαν πρόφαση με την κρυφή ελπίδα να τον συναντήσουν. Ο κακός ο λύκος αδιαφορούσε παντελώς για τα καλά κορίτσια καθώς των νευρίαζαν τα κλάματα τους την ώρα που τους ορμούσε κι επίσης βαριόταν να τις κυνηγά. Ο Κακός ο Λύκος ενδιαφερόταν μονάχα για τα κακά κορίτσια και μετά από τόσα χρόνια στο δάσος είχε μάθει να τα ξεχωρίζει. Κρυβόταν πίσω από τα δέντρα και τις παρακολουθούσε καθώς έσκυβαν να κόψουν λουλουδάκια κι άφηναν τις μικροσκοπικές τους φουστίτσες να σηκωθούν. Ο Λύκος σα γνήσιο λαγωνικό μύριζε τους χυμούς τους και με την καταπληκτική του όραση ξεχώριζε μια γυαλάδα εκεί ανάμεσα στη χαραμάδα που άφηνε να φανεί η σηκωμένη τους φουστίτσα. Αυτά τα κορίτσια συνήθως δεν πρόβαλαν καμιά αντίσταση την ώρα που ο κακός ο λύκος εφορμούσε αλλά όταν γύριζαν σπίτι έλεγαν φοβερές και τρομερές ιστορίες στις φίλες τους για το πόσο κακός και βάναυσος ήταν ο λύκος και πόσο πολύ είχαν τρομάξει και πόσο δεν ήθελαν να τον ξαναδούν και πολλά άλλα, όμως συνήθως μάλωναν με τις αδερφές τους για το ποιά θα πάει στη γιαγιά φαγητό και όταν καμιά γιαγιά πέθαινε και οι βόλτες στο δάσος σταματούσαν άρχιζαν να ανακαλύπτουν τη νοστιμιά των μανιταριών.

Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν κακό κορίτσι και δεν την ενδιέφερε καν να το κρύψει, όπως έκαναν συνήθως όλα τα υπόλοιπα άταχτα κορίτσια, είχε ξεπετάξει το γιο του ξυλοκόπου, το γιο του κυνηγού, το δασοφύλακα, έναν φυσιοδίφη, έναν ακτιβιστή της Greenpeace που προσπαθούσε να σώσει ένα σπάνιο είδος του δάσους και μερικούς τύπους που περπατούσαν στο δάσος απλά και μόνο για να περάσουν την ώρα τους. Η μάνα της την ξεμάλλιαζε κάθε που μάθαινε τα καμώματα της και συνήθιζε να της λέει πως δεν θα την παντρευόταν κανένας και θα 'μενε στο ράφι. Την Κοκκινοσκουφίτσα καθόλου δεν την ενδιέφερε ο γάμος γιατί βαριόταν να κάνει δουλειές στο σπίτι και καθόλου δεν της άρεσε η ιδέα να κοιμάται σ' όλη της τη ζωή με τον ίδιο άντρα.
Έτσι τριγύριζε στο δάσος άλλοτε μαζεύοντας λουλουδάκια, άλλοτε μανιταράκια κι άλλοτε απλά χασομερώντας μπας και γνωρίσει κι αυτή τον κακό το λύκο για του οποίου τη φήμη είχε ακούσει απ' όλα τα κορίτσια της περιοχής αλλά η ίδια ποτέ δεν είχε τύχει να συναντήσει. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το γεγονός της δημιουργούσε μια ανασφάλεια καθώς είχε αρχίσει να πιστεύει ότι δεν της έδινε απλά σημασία.
Το γεγονός ότι ο λύκος και η κοκκινοσκουφιτσα δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, ήταν καθαρά τυχαίο που τελικά ήταν για καλό του λύκου όπως θα καταλάβετε από τη συνέχεια της ιστορίας.
Μια μέρα όμως, εκεί που ο Λύκος έπινε κάτι μπύρες άκουσε ένα κοριτσίστικο τραγουδάκι και σηκώθηκε να δει αν το "θύμα" ήταν άξιο λόγου. Το θέαμα όμως που αντίκρυσε ήταν πέρα κι απ' την πιο τρελή του φαντασία.
Η Κοκκινοσκουφίτσα φορούσε μια κατακκόκινη κοντή φουστίτσα κι από κάτω κόκκινες διχτυωτές κάλτσες. Καθώς έσκυβε για να μαζέψει λουλουδάκια μπορούσε να διακρίνει ένα κατακκόκινο στριγκάκι που χώριζε στα δυο ένα σφιχτό και ζουμερό κωλαράκι που αντιστεκόταν σθεναρά στο νόμο του Νεύτωνα. Το υπόλοιπο σώμα της και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κόκκινη κάπα. Θέλοντας να δει καλύτερα ο λύκος τραβήχτηκε λίγο απ' το δέντρο και κατά λάθος πάτησε τα άδεια κουτάκια απ' τις μπύρες που μόλις είχε πιεί.
Ο θόρυβος τράβηξε την προσοχή της Κοκκινοσκουφίτσας που γύρισε απότομα προς το μέρος του. Έτσι λύκος και κοκκινοσκουφίτσα τώρα βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο.Ο λύκος είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα όχι επειδή ήθελε να φάει τη μικρή και άταχτη Κοκκινοσκουφίτσα αλλά επειδή δεν είχε ξαναδεί καμιά να της μοιάζει.
Είχε το πιο όμορφο πρόσωπο που είχε δει ποτέ και το ντεκολτέ της ήταν τόσο προκλητικό που θα ορκιζόταν πως εκείνα τα υπέροχα στήθη που ξεπρόβαλαν απ' το κόκκινο μπλουζάκι της, έμοιαζαν με τορπίλες έτοιμες να εκτοξευτούν προς το μέρος του.
Το πανέμορφο πρόσωπο της, πλαισίωναν πλούσια κατάμαυρα μαλλιά χωρίς ίχνος ψαλίδας, μιας και η κοκκινοσκουφίτα ουδεμιά σχέση είχε με το ντεκαπάζ, που έπεφταν απαλά πάνω στους ώμους της.
Ο Λύκος είχε μείνει άφωνος, για πρώτη φορά στη ζωή του δεν ήθελε να της ορμήσει και να της δείξει ποιός κάνει κουμάντο στο δάσος. Ήθελε μόνο να την κοιτάει, το χειρότερο όμως απ' όλα ήταν πως αντί να να νιώσει το παντελόνι το έτοιμο να σπάσει απ' την πίεση, ένιωθε την καρδιά του έτοιμη να σπάσει και το στόμα του δεν μπορούσε να κλείσει.
Η Κοκκινοσκουφίτσα τον κοιτούσε σχεδόν αυθάδικα, είχε βάλει τα χέρια στους γοφούς και τον ρώτησε αν ήταν ο κακός ο λύκος.
"Ναι!" απάντησε με ξεψυχισμένη φωνή ο Λύκος.
'Ε, καλά και δε θα κάνεις τίποτα; Δε θα μου ορμήσεις; "του απάντησε λικνίζοντας προκλητικά τη μέση της.
Ο λύκος δεν ένιωθε καμία επιθυμία να ορμήσει, ήθελε μόνο να την κοιτάει κι ένιωθε λίγο άβολα γιατί η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως ακουγόταν σ' όλο το δάσος. Τον εκνευρισμό της κοκκινοσκουφίτσας, τον διαδέχτηκε μια έκπληξη δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Πήρε το θάρρος και τον πλησίασε άγγιξε τη μουσούδα του και τα κοφτερά του δόντια όμως ο λύκος αντί να βγάλει καμιά κραυγή απ' αυτές που φοβίζουν όλα τα ζώα του δάσους, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό που έκανε και τον ίδιο να τρομάξει.
Η Κοκκινοσκουφίτσα τύλιξε τα χέρια της γύρω του, κι λύκος ένιωσε πως τα στήθη της θα τρυπούσαν το στέρνο του και παρόλο που είχε τυλιχτεί ολόκληρη σα χταπόδι γύρω του ο ανδρισμός του παρέμενε παντελώς άφωνος σα να περίμενε κάποιο παράγγελμα για να ανταποκριθεί.
Ο λύκος ένιωθε έτοιμος να πάθει κρίση πανικού, αυτά τα πράγματα δεν συνεβαιναν σε κανένα παραμύθι, έπρεπε επειγόντως να ξαναβρεί τον κανονικό του εαυτό. Αντί όμως να σηκώσει τα χέρια του και να χουφτώσει την κοκκινοσκουφίτσα, τη ρώτησε ποιά ήταν η γνώμη της για το νέο δασοφύλακα σε μια προσπάθεια να κερδίσει χρόνο. Η κοκκινοσκουφίτσα που τον είχε "πάρει" επανειλλημένα, του απάντησε πως τον έβρισκε βαρετό καθώς υπέθεσε πως ο λύκος ήξερε για το νταραβέρι της με το δασοφύλακα.
Μετά τη ρώτησε τί φαγητό πήγαινε στη γιαγια της και όταν την είδε να χάνει την ψυχραιμία της και να γυρίζει να φύγει, της είπε πως είχε μια βαρυστομαχιά απ' τις μπύρες και πως θα χαιρόταν να της κάνει το τραπέζι το επόμενο βράδυ.
Η Κοκκινοσκουφίτσα του φώναξε, καθώς απομακρυνόταν, πως η μαμά της δεν την άφηνε να πηγαίνει για φαγητό με λύκους καθώς είχαν κακή φήμη και θα ήταν κακή επιρροή.
Ο λύκος την κοίταζε να απομακρύνεται ανήμπορος να αντιδράσει, αλλά παρόλο που ένιωθε ντροπιασμένος που είχε καταρρίψει τον ίδιο του το μύθο, ένιωθε ταυτόχρονα τόσο ευτυχισμένος που ήθελε να χορέψει.
Κατά πως λέγεται, από 'κεινο το απόγευμα και μετά το δάσος έγινε το πιο ασφαλές δάσος όλων των παραμυθιών, μιας και κανένα κορίτσι δεν ξαναπαραπονέθηκε για καμιά επίθεση από κανένα λύκο και με τον καιρό οι γιαγιάδες κατέληξαν να παραγγέλνουν ντελίβερι απ' την πιτσαρία "Go-go boys' pizza" πράγμα που τις έκανε πολύ χαρούμενες.
Η Κοκκινοσκουφίτσα έβρισκε συχνά λουλούδια στο δρόμο της και ερωτικά σημειώματα χωρίς καν να ξέρει απο ποιόν προέρχονταν. Σύμφωνα με μια άλλη φήμη μετά από πολλές προσπάθειες ο λύκος κατάφερε να της εξομολογηθεί τον έρωτα του και αποφάσισαν να φύγουν για πάντα από 'κείνο το δάσος και να ζήσουν σε μια σπηλιά στα Μάταλα όπου ο Λύκος έγινε χορτοφάγος και η Κοκκινοσκουφίτσα σταμάτησε να τους "παίρνει" όλους γιατί μόλις ο λύκος ξαναβρήκε τον κανονικό του εαυτό ήταν σκέτος πύραυλος.
Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα..

Ας μου συγχωρεθεί η ασέλγεια στο παραμύθι της κοκκινοσκουφίτσας, αλλά κάπου είχα διαβάσει ότι τα παραμύθια κρύβουν σεξουαλικά υπονοούμενα λέτε γι' αυτό να κατέβασα μια τέτοια εκδοχή του παραμυθιού;
Γιατρέ μου, είμαι σοβαρά;